Οι τρεις κύριες πυραμίδες της Γκίζας μαζί με μικρότερες και κατάλοιπα άλλων κτισμάτων Οι τρεις κύριες πυραμίδες της Γκίζας μαζί με μικρότερες και κατάλοιπα άλλων κτισμάτων
Παγκόσμια κληρονομιά

Μέμφιδα: Στις πεδιάδες των πυραμίδων

Στην ευρύτερη περιοχή της Μέμφιδας, της πρωτεύουσας του Παλαιού Βασιλείου της Αιγύπτου, βρίσκονται μερικά από τα πιο λαμπρά ταφικά μνημεία του ανθρώπινου πολιτισμού, συμπεριλαμβανομένου και του μοναδικού από τα επτά θαύματα της αρχαιότητας που σώζεται μέχρι σήμερα, η Μεγάλη Πυραμίδα της Γκίζας.

Με την 3η Δυναστεία ξεκινά η περίοδος που ονομάζεται Παλαιό Βασίλειο. Πρόκειται για μία περίοδο ευημερίας της Αιγύπτου, που χαρακτηρίζεται από την κατασκευή των μεγάλων πυραμίδων, αλλά και την γενικότερη άνθιση των τεχνών.

Κατά την διάρκεια του Παλαιού Βασιλείου το κύριο πολιτικό κέντρο πλέον βρισκόταν στην Μέμφιδα αντί για την Άνω (Νότια) Αίγυπτο, όπως ήταν στην προηγούμενη περίοδο. Για τον λόγο αυτό, οι μεγάλες πυραμίδες κτίσθηκαν στην ευρύτερη περιοχή της, δηλαδή στην Γκίζα, το Abu Rawash, το Abusir, την Saqqara, το Dahshur, το el-Lischt και το Meidum.

Οι πρόδρομοι: Η κατασκευή πυραμίδων ξεκινά με τον πρώτο σημαντικό Φαραώ της 3ης Δυναστείας, τον Djoser (2686-2648 π.Χ.). Έκτισε για τον εαυτό του στη Saqqara ένα εντυπωσιακό ταφικό μνημείο, το οποίο, σε αντίθεση με τα πλίνθινα ταφικά μνημεία της προηγούμενης περιόδου, κτίσθηκε με λαξευμένες λιθοπλίνθους από ασβεστόλιθο. Αρχιτέκτονας της πυραμίδας ήταν ο περίφημος Imhotep (Ιμχοτέπ), ο οποίος λατρευόταν κατά τους υστερότερους χρόνους στην Αίγυπτο ως ένας σοφός, όχι μόνον αρχιτέκτονας αλλά και γιατρός και αργότερα ταυτίσθηκε από τους Έλληνες με τον Ασκληπιό. Ο τύπος του κτιρίου ήταν πρωτοποριακός, αν και απλός στην σύλληψή του. Η χρήση του λίθου, αντί πηλού, επέτρεπε στους τοίχους να φέρουν μεγαλύτερα φορτία. Ο Ιμχοτέπ σκέφθηκε να κτίσει μία μεγάλη ορθογώνια κατασκευή, η οποία εξωτερικά έμοιαζε με τα mastaba, τους τάφους των Φαραώ της προηγούμενης περιόδου. Όμως το εσωτερικό ήταν συμπαγές, δίχως δωμάτια, όπως στα παλαιότερα mastaba. Έπειτα, τοποθέτησε στην οροφή του και άλλα έξι μικρότερα συμπαγή mastaba το ένα επάνω στο άλλο και έτσι το κτίριο απέκτησε την όψη μίας βαθμιδωτής πυραμίδας. Οι διαστάσεις του κτιρίου ήταν εντυπωσιακές: το συνολικό ύψος της ήταν 60 μ. και το μήκος των πλευρών της 109 και 121 μ.

Έπειτα από μία περίοδο βασιλείας λιγότερο σημαντικών Φαραώ, στον θρόνο ανέβηκε ο Φαραώ Sneferu (2613-2589 π.Χ.), που υπήρξε ο ιδρυτής της 4ης Δυναστείας και έκτισε τρεις πυραμίδες. Η παλαιότερη είναι η πυραμίδα στο Meidum, δηλαδή περίπου 50 χιλιόμετρα νότια της Saqqara. Πρόκειται για μία βαθμιδωτή πυραμίδα, που σε μεγάλο βαθμό μιμείται εκείνη του Djoser, ωστόσο ο Sneferu θέλησε να ξεπεράσει τον προκάτοχό του. Η πυραμίδα σχεδιάσθηκε αρχικά να έχει επτά βαθμίδες, αλλά αργότερα προστέθηκε ακόμα μία. Καινοτομία σε αυτό το κτίριο ήταν ότι μετά από την ολοκλήρωσή του κτίσθηκε εξωτερικά στις βαθμίδες ένας διαγώνιος τοίχος, έτσι ώστε το μνημείο να μην είναι πλέον βαθμιδωτό, αλλά να αποκτήσει το κανονικό σχήμα της πυραμίδας. Αυτή η πρώτη απόπειρα ήταν επιτυχημένη από κατασκευαστικής άποψης, αν και το ανώτερο τμήμα του εξωτερικού τοίχου κατέρρευσε και σωριάστηκε γύρω από την πυραμίδα, όπου παραμένει μέχρι και σήμερα. Είτε επειδή το τελικό αποτέλεσμα δεν ήταν ικανοποιητικό, είτε επειδή η βασιλική του έδρα μεταφέρθηκε, ο Sneferu αποφάσισε να κτίσει μία ακόμη πυραμίδα, αυτήν την φορά στο Dashur. Το νέο κτίριο είχε εξαρχής το σχήμα της πυραμίδας και οι εξωτερικοί διαγώνιοι τοίχοι είχαν κλίση 55 μοίρες. Όταν όμως είχε κτισθεί η μισή περίπου πυραμίδα, οι τότε Αιγύπτιοι μηχανικοί φαίνεται πως διαπίστωσαν ένα κατασκευαστικό λάθος: η συγκεκριμένη κλίση των τοίχων ήταν πολύ απότομη και άρα δεν θα ήταν δυνατή η αποπεράτωση του έργου. Χρειάστηκε έτσι να αλλάξουν την κλίση των τοίχων στις 43 μοίρες. Για αυτόν τον λόγο η πυραμίδα μοιάζει να είναι κυρτή και με αυτό το όνομα είναι γνωστή σήμερα. Ίσως επειδή και πάλι το αποτέλεσμα δεν κρίθηκε ικανοποιητικό, ο Sneferu διέταξε να κτισθεί μία τρίτη πυραμίδα, δύο χιλιόμετρα βορειότερα της Κυρτής Πυραμίδας. Αυτήν την φορά η κλίση των τοίχων ήταν εξαρχής 43 μοίρες και έτσι το σχήμα είναι σχεδόν τέλειο. Επειδή για την κατασκευή της χρησιμοποιήθηκε ένας τοπικός κόκκινος ασβεστόλιθος, στην βιβλιογραφία είναι γνωστή ως Κόκκινη Πυραμίδα.

Πυραμίδες της Γκίζας: Διάδοχος του Sneferu υπήρξε ο διάσημος σήμερα Φαραώ Κhufu (2589-2566 π.Χ.), γνωστός στα ελληνικά ως Χέωψ. Στην περίοδο της βασιλείας του χρονολογείται η κατασκευή της Μεγάλης Πυραμίδας στην Γκίζα. Το μέγεθός της είναι εντυπωσιακό: το μήκος της κάθε πλευράς της είναι 230 μ., η κλίση των τοίχων 51,5 μοίρες και το συνολικό της ύψος 146 μ. Υπολογίζεται ότι για την κατασκευή της χρησιμοποιήθηκαν συνολικά 2,3 εκατομμύρια κυβόλιθοι βάρους πολλών τόνων ο καθένας. Από τον Βασιλικό Κανόνα στο Τορίνο γνωρίζουμε ότι ο Κhufu βασίλευσε για 23 έτη συνολικά. Εάν υποθέσουμε, ότι η πυραμίδα του ολοκληρώθηκε όσο ακόμη βρισκόταν εν ζωή, τότε καθημερινά πρέπει να τοποθετούνταν στην πυραμίδα 285 κυβόλιθοι και άρα μπορούμε να υποθέσουμε ότι για την αποπεράτωση της πρέπει να εργάζονταν διαρκώς 25000 άνθρωποι. Αυτός ο αριθμός εκείνη την εποχή αντιστοιχούσε περίπου στο 5% των ενηλίκων αρρένων στην Αίγυπτο, στους οποίους, κατά την διάρκεια των εργασιών τους, ο Φαραώ έπρεπε να προσφέρει τα απαραίτητα προς το ζην. Πράγματι, στην Γκίζα βρέθηκε ένα χωριό για την διαμονή των εργατών που εργάζονταν για την ανέγερση των πυραμίδων. Εκεί βρέθηκαν χώροι για την διαμονή τους, καθώς και εργαστήρια για την παραγωγή της τροφής τους. Αν υποθέσουμε, ότι σε τακτά χρονικά διαστήματα (ίσως κάθε τρεις ή έξι μήνες) άλλαζαν οι εργάτες, έτσι ώστε να μπορούν να ασχοληθούν με τις γεωργικές τους εργασίες στα χωριά τους, τότε γίνεται αντιληπτό, πως ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού της Αιγύπτου συνέβαλε με έμμεσο ή άμεσο τρόπο στην κατασκευή της πυραμίδας. Η πυραμίδα του ήταν προσανατολισμένη προς τον βορρά και ο νεκρικός θάλαμος για πρώτη τοποθετήθηκε στο εσωτερικό της, περίπου στο μέσον της. Αρχιτέκτονας της πυραμίδας ήταν ο «βεζίρης» και ανιψιός του Κhufu, Hemium, του οποίου σώζεται ένα άγαλμα. Ο νεκρικός ναός στην ανατολική της πλευρά δεν σώζεται σε καλή κατάσταση, ενώ στο ίδιο συγκρότημα κτίσθηκαν τρεις μικρότερες πυραμίδες για την μητέρα του Κhufu και για δύο από τις συζύγους του. Οι υπόλοιποι στενοί συγγενείς του Φαραώ και αρκετοί ανώτατοι αξιωματούχοι του έκτισαν τα mastaba τους κοντά στην πυραμίδα, έτσι ώστε και μετά θάνατον να βρίσκονται κοντά στον άρχοντά τους. Βρέθηκαν επίσης πέντε θάλαμοι λαξευμένες στο βράχο, στις οποίες βρίσκονταν πλοία που θα χρησίμευαν για το ταξίδι των νεκρών στον Κάτω Κόσμο. Ένα από αυτά τα ξύλινα πλοία, συνολικού μήκους περίπου 44 μ. σώζεται μέχρι και σήμερα σχεδόν σε άριστη κατάσταση.

Ο διάδοχος του Κhufu, Djedefra (2566-2558 π.Χ.) έκτισε την πυραμίδα του επτά χιλιόμετρα βορειότερα (στην θέση Abu Rawash), ωστόσο ελάχιστα ίχνη σώζονται σήμερα από αυτήν, επειδή, λόγω της σύντομης βασιλείας του, έμεινε ανολοκλήρωτη και έτσι δεν διατηρήθηκε σε καλή κατάσταση. Στην συνέχεια ανέβηκε στον θρόνο ένας γιος του Κhufu, ο Κhafra ή Χεφρήν (2558-2532 π.Χ.). Έκτισε την πυραμίδα του στην Γκίζα κοντά σ' εκείνη του πατέρα του, επάνω σε ένα υπερυψωμένο σημείο του εδάφους. Έτσι, αν και μικρότερη (136 μ.), μοιάζει να ξεπερνά σε ύψος την πυραμίδα του Κhufu. Ο νεκρικός ναός της πυραμίδας του συνδέεται με έναν διάδρομο μήκους 600 μέτρων με τον αντίστοιχο ναό της πεδιάδας. Εντός αυτού βρίσκονταν 23 αγάλματα του Φαραώ σε φυσικό μέγεθος από διορίτη, εισηγμένο από την Νουβία. Η διάσημη Σφίγγα της Γκίζας και ο συνανήκων ναός πρέπει μάλλον να αποδοθούν στον Khafra. Έπειτα από τον θάνατό του Κhafra, στον θρόνο τον διαδέχτηκε ο γιος του, Menkaura ή Μυκερίνος (2532-2503 π.Χ.). Έκτισε την τρίτη πυραμίδα, ύψους 65 μ., στο ίδιο συγκρότημα και έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην διακόσμηση του ναού της πεδιάδας. Το γεγονός ότι η πυραμίδα του έχει σαφώς μικρότερο μέγεθος από αυτές των προκατόχων του μας επιτρέπει να συνάγουμε ότι πρέπει να είχε αρχίσει ήδη από τότε η αποδυνάμωση της κεντρικής εξουσίας, που αργότερα θα λάβει δραματικές διαστάσεις. Μία επιπλέον ένδειξη για αυτό αποτελεί το γεγονός, ότι ο διάδοχός του, Shepseskaf, ολοκλήρωσε μεν την πυραμίδα του πατέρα του, η οποία ήταν ημιτελής την στιγμή του θανάτου του, ωστόσο για τον εαυτό του δεν έκτισε νέα πυραμίδα, αλλά περιορίστηκε σ' ένα τεραστίων διαστάσεων mastaba στην Saqqara. Ίσως όμως αυτή του η επιλογή να ήταν συνειδητή και με αυτήν απλά να επεδίωκε να διαφοροποιηθεί από τους προκατόχους του.

Μετά από τον θάνατό του Shepseskaf αρχίζει μία περίοδος αστάθειας, ωστόσο οι σωζόμενες πηγές δεν προσφέρουν επαρκείς πληροφορίες για να φωτίσουν τα αίτιά της. Αυτή η ταραγμένη περίοδος τελειώνει με την άνοδο στον θρόνο του Userkaf (2494-2487 π.Χ.), του ιδρυτή της 5ης Δυναστείας. Οι Φαραώ της συγκεκριμένης Δυναστείας κτίζουν και πάλι πυραμίδες, ωστόσο αυτές είναι πια μικρές και αρκετά πρόχειρα κατασκευασμένες.

Από το 1979 η Μέμφιδα και οι Νεκροπόλεις της, οι πεδιάδες με τις πυραμίδες από την Γκίζα έως το Dashur αποτελούν μνημεία παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς από την UNESCO.

Επίσκεψη του Αρχαιολογικού Χώρου της Γκίζας:  Ο αρχαιολογικός χώρος βρίσκεται ακριβώς στις παρυφές της πόλης του Καΐρου, 42 χλμ. δυτικά του Διεθνούς Αερολιμένος, και είναι ανοικτός από τις 8 το πρωί με το ωράριο να διαφέρει ανάλογα με την εποχή. Προσφέρονται διάφορα tours, με τα πιο οικονομικά να περιλαμβάνουν απλή είσοδο στον χώρο και να κοστίζουν από 15€ περίπου.  

Άφιξη στο Κάιρο: Η πρωτεύουσα της Αιγύπτου συνδέεται με απευθείας πτήση με την Αθήνα. Διαρκεί 1 ώρα και 55 λεπτά, με κόστος απλής μετάβασης από 100€ περίπου, ανάλογα με την εποχή και τη διαθεσιμότητα.

Πηγές:

Κοπανιάς, Κ. 2018. Εισαγωγή στην Ιστορία και Αρχαιολογία της Εγγύς Ανατολής. ΣΕΑΒ