Μνημεία Χριστιανοσύνης

Νάξος: Μονή Παναγίας Δροσιανής

Στη βόρεια άκρη της κοιλάδας της Δρυμαλίας στη Νάξο, νότια του χωριού Μονή, βρίσκεται το ιστορικό βυζαντινό μοναστήρι της Παναγίας της Δροσιανής, ένα από τα αρχαιότερα των Βαλκανίων.

Αρχιτεκτονική: Ο αρχικός ναός είναι μονόχωρος τρίκογχος με τρούλο, κτισμένος κατά τον αιγαιοπελαγίτικο τρόπο, με ακατέργαστους πλακοειδείς λίθους και καλυμμένος με πλάκες. Χρονολογείται κατά τον 6ο αιώνα μ.Χ. Η αψίδα του ιερού διατρυπάται από δίδυμο τοξωτό παράθυρο. Ο κεντρικός τρούλος υψώνεται πάνω σε τύμπανο με γωνιώδη βάση και διατρυπάται από δύο μονόλοβα τοξωτά παράθυρα. Η καμαροσκεπής προσθήκη, δυτικά του αρχικού ναού, είναι νεότερη και υποβαστάζεται από τρία σφενδόνια. Στη δυτική και νότια πλευρά της ανοίγονται θύρες, πάνω από τις οποίες διαμορφώνονται μονόλοβο και τρίλοβο αντίστοιχα κωδωνοστάσιο. Στον βόρειο τοίχο της προσθήκης είναι προσκολλημένα τρία, μεταγενέστερα του αρχικού ναού, μονόχωρα παρεκκλήσια με ισάριθμες θύρες, που ανοίγονται στον ίδιο τοίχο. Τα δύο ακραία στεγάζονται, όπως ο αρχικός ναός, με τρούλους, που υψώνονται επίσης σε γωνιώδεις βάσεις και είναι και αυτά τρίκογχα. Στην ουσία πρόκειται για ένα σύμπλεγμα από τέσσερις εκκλησίες βυζαντινού ρυθμού, με όλους τους χώρους του, εσωτερικά και εξωτερικά να σχηματίζουν σταυρό.

Στην αψίδα του ανατολικού παρεκκλησίου σώζονται ίχνη τοιχογραφιών βυζαντινής εποχής και στη βάση της υπολείμματα επισκοπικού θρόνου. Το παρεκκλήσιο αυτό, σύμφωνα με τις σχετικές έρευνες, βρέθηκε ότι χρησιμοποιούταν ως οστεοφυλάκιο. Το μεσαίο παρεκκλήσιο χτίστηκε πάνω στον υπάρχοντα βράχο και στεγάζεται με χαμηλό κωνικό τυφλό τρούλο. Κάτω από τα μεταγενέστερα στρώματα τοιχογραφιών και ασβεστωμάτων, αποκαλύφθηκαν στον τρούλο, στην κόγχη της κεντρικής αψίδας του ιερού και στη βόρεια κόγχη του αρχικού ναού, οι αρχικές τοιχογραφίες του μνημείου, που χρονολογούνται στο πρώτο μισό του 7ου αιώνα. Πρόκειται ίσως για το πληρέστερα σωζόμενο τοιχογραφικό εκκλησιαστικό πρόγραμμα της περιόδου, με εικονογραφικές ιδιοτυπίες που δεν συναντώνται σε κανένα άλλο γνωστό μνημείο. Η μοναδική διπλή παράσταση του Χριστού στον τρούλο, ως νέου με λίγα γένια και ως ώριμου άνδρα με γενειάδα, ερμηνεύει πιθανότατα το δόγμα της διπλής, θείας και ανθρώπινης, φύσης Του. Στην κόγχη της αψίδας του ιερού παριστάνεται η Ανάληψη, όπου έξι άγγελοι, αντί για τέσσερις όπως συνήθως, ανακρατούν τη δόξα του Χριστού. Από τις σωζόμενες αφιερωματικές επιγραφές μαθαίνουμε ότι η ζωγράφιση των ιερών εικόνων έγινε με τη χορηγία πολλών χριστιανών. Στο εσωτερικό, σώζονται αλλεπάλληλα στρώματα τοιχογραφιών, το νεότερο των οποίων χρονολογείται στον 14ο αι. και κάλυπταν το αρχικό στρώμα των τοιχογραφιών του μνημείου. Οι δύο πρώτες στρώσεις έχουν αποτειχηθεί και έχουν μεταφερθεί σε μουσεία όπου και εκτίθενται. Οι τοιχογραφίες που βλέπει σήμερα ο επισκέπτης, είναι οι παλαιότερες και αυτές που αποκαλύφθηκαν στην τρίτη στρώση.

Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας το μοναστήρι και ο χώρος πέριξ αυτού αποτελούσε ιδιαίτερο τιμάριο του οίκου Μπελόνια. Μετά την κατάληψη της Νάξου από τους Τούρκους ο τελευταίος Φράγκος Δούκας της Νάξου και Αιγαίου Πελάγους, Ιωάννης Δ΄ Κρίσπης, με έγγραφο που εξέδωσε το 1555 εκχώρησε το μοναστήρι στην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία.

Κατά τους επόμενους αιώνες, το μεγαλύτερο μέρος της μονής ήταν θαμμένο και μόλις τη δεκαετία του 1970 έγιναν οι ανασκαφές από την αρχαιολογική υπηρεσία, όπου και αποκαλύφθηκε πλήρως. Μέχρι τότε το μόνο μέρος που ήταν ορατό ήταν η κυρίως εκκλησία, που ήταν και η πλέον πρόσφατη.

Θρύλοι και παραδόσεις: Η λαϊκή παράδοση αναφέρει πως, ενώ αρχικά είχε επιλεγεί διαφορετική τοποθεσία για το κτίσιμο της μονής, η εικόνα της Παναγίας μεταφερόταν κάθε βράδυ στο συγκεκριμένο σημείο. Το προσωνύμιο «Δροσιανή» εικάζεται πως προήλθε όταν οι κάτοικοι του χωριού, που ήταν κυρίως αγρότες, μετά από μια μεγάλη περίοδο ανομβρίας στράφηκαν στον ναό με λειτουργίες και τάματα παρακαλώντας την Παναγία να βρέξει ώστε να σωθούν οι σοδειές τους, κάτι που και έγινε μετά από λίγο καιρό.

Επίσης, μπροστά από την εικόνα της Παναγίας υπάρχει στο πάτωμα μια τεράστια κυκλική πλάκα από μάρμαρο, κάτω από την οποία λεγόταν πως υπήρχε μεγάλος θησαυρός, που κανείς όμως δεν πήγαινε να ανασηκώσει γιατί θα τον μαρμάρωνε η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας. Παρόλα αυτά, την δεκαετία του 1970 αρχαιοκάπηλοι έσκαψαν κάτω από την πλάκα και αν όντως υπήρχε κάτι εκεί το σύλησαν.

Διοικητικές Πληροφορίες:

Υπηρεσιακή Μονάδα: Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων

Μονή, Νάξος (Νομός Κυκλάδων)

Τηλέφωνο: +30 22850 31003

Ώρες Λειτουργίας:

Καθημερινά ανοιχτά από 10:00 έως 20:00

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επίσκεψη την Μεγάλη Παρασκευή, καθώς υπάρχει το «έθιμο των αρτιδίων», με ρίζες στο Βυζάντιο. Σύμφωνα με αυτό, οι γυναίκες των γύρω χωριών ετοιμάζουν και προσφέρουν στους προσκυνητές αρτίδια και ντόπια ρακί μετά την Ιερά Αποκαθήλωση.

Άφιξη στη Νάξο: Η Νάξος απέχει από το λιμάνι του Πειραιά με πλοίο γραμμής περίπου 5,30 ώρες με τιμή από 34€ για απλή μετάβαση και με ταχύπλοο περίπου 4 ώρες με τιμή από 44,70€ για απλή μετάβαση. Δρομολόγια πραγματοποιούνται καθημερινά.

Πρόσβαση στο Μνημείο: Απέχει περίπου 20 χλμ. ανατολικά της Χώρας και η διαδρομή διαρκεί με αυτοκίνητο 33 λεπτά, είτε μέσω της Επαρχιακής Οδού Νάξου – Απειράνθου, είτε μέσω της Νάξου – Χαλκιού. Εκτελούνται και δρομολόγια ΚΤΕΛ από τη Χώρα προς το χωριό Μονή, από όπου το μνημείο απέχει 1,7 χλμ. μέσω της Επαρχιακής Οδού Χαλκιού – Κεραμωτής.

Πηγές:

«Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια» τομ.Β΄ (συμπλήρωμα), σελ.737.

http://odysseus.culture.gr/h/2/gh251.jsp?obj_id=1712