Μνημεία Χριστιανοσύνης

Μονή Οσίου Λουκά: Το θρησκευτικό στολίδι της Βοιωτίας

Στη δυτική πλαγιά του Όρους Ελικών, κάτω από την ακρόπολη του αρχαίου Στείριου, βρίσκεται η Μονή του Οσίου Λουκά, το καλύτερα διατηρημένο μοναστηριακό συγκρότημα της μεσοβυζαντινής περιόδου στην Ελλάδα.

Το συγκρότημα αποτελείται από το σύμπλεγμα δύο εκκλησιών, τη μονή της Παναγίας και το Καθολικό, που πλαισιώνονται από κελιά και βοηθητικά κτίσματα. Ο παλαιότερος ναός αφιερωμένος στην Παναγία χρονολογείται στο δεύτερο μισό τού 10ου αι. Το καθολικό που κτίσθηκε στις πρώτες δεκαετίες του 11ου αι. για να στεγάσει το λείψανο του Οσίου είναι μεγαλύτερο στις διαστάσεις με υπόγεια κρύπτη. Τα ψηφιδωτά που διακοσμούν τους τοίχους του καθολικού αποτελούν κορυφαία αριστουργήματα της βυζαντινής τέχνης. Από το 1990 συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO από κοινού με τα άλλα δύο σωζόμενα μοναστήρια της μεσοβυζαντινής περιόδου στην Ελλάδα, τη Νέα Μονή και τη Μονή Δαφνίου.

Ιστορία: Η απαρχή της μοναστικής δραστηριότητας στην περιοχή ξεκινάει από τον ίδιο τον Όσιο Λουκά, όταν ασκήτευσε εκεί στα τελευταία χρόνια της ζωής του, από το 946 έως το 953. Ιστορικά στοιχεία για το μοναστήρι μας παρέχουν δύο αξιόπιστα κείμενα: ο Βίος του Οσίου και οι Ακολουθίες της Κοιμήσεως και της Ανακομιδής του λειψάνου του. Μετά από συνολικά 35 έτη μοναστικού βίου, το 946/7, εγκαταστάθηκε στην τοποθεσία όπου βρίσκεται σήμερα το μοναστήρι, στο Στείρι της Φωκίδος, όπου και πεθαίνει σε ηλικία 56 ετών. Ήταν πολύ κοντά στην έδρα του Θέματος Ελλάδος, τη Θήβα, σημαντικό στρατηγικό και οικονομικό κέντρο της εποχής.

Από το κείμενο του Βίου πληροφορούμαστε πως η σχέση του με το λαό, αλλά και με τους υψηλά ισταμένους τοπικούς αξιωματούχους, καθώς και η μετά θάνατον φήμη του, έκαναν την περιοχή του τελευταίου του ασκητηρίου κέντρο προσκυνηματικού ενδιαφέροντος: ο στρατηγός του Θέματος Ελλάδος, Κρηνίτης, χρηματοδότησε την οικοδόμηση ενός ναού όσο ζούσε ο Όσιος, το 946, αφιερωμένου στην Αγία Βαρβάρα. Το χτίσιμό του ολοκληρώθηκε μετά το θάνατο του οσίου, το 953, από τους μοναχούς. Ο Όσιος τάφηκε στο δάπεδο του κελίου του, ενώ έξι μήνες μετά, ο μοναχός Κοσμάς, προσκυνητής προερχόμενος από την Παφλαγονία, περιέφραξε το μνήμα με κιγκλίδωμα και τοποθέτησε πάνω σε αυτό επίστρωση πήλινων πλακών. Δύο έτη μετά το θάνατο του οσίου, δηλαδή στα 955, οι μοναχοί έκτισαν σταυροειδές ευκτήριο γύρω από τον τάφο του και οικοδόμησαν τα πρώτα κελιά μίας οργανωμένης μοναστικής κοινότητας.

Από την Ακολουθία της ανακομιδής του λειψάνου του οσίου, εορτή που τιμάται στις 3 Μαΐου, πληροφορούμαστε πως μία νέα εκκλησία κατασκευάστηκε για να τιμήσει το ιερό λείψανο. Η ανακομιδή του λειψάνου, η οποία σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη έλαβε χώρα το 1011, και η ανέγερση του νέου καθολικού έγινε από τον ηγούμενο Φιλόθεο, πρόσωπο άγνωστο από άλλες πηγές. Το μοναστήρι γίνεται τόσο ισχυρό ώστε ήδη στα 1014 έχει δύο μετόχια στην Εύβοια, στο Αλιβέρι και στα Πολιτικά.

Κατά την Φραγκοκρατία, μετά το 1204 στο μοναστήρι εγκαθίστανται Λατίνοι κληρικοί, ενώ στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας επανήλθε στους Έλληνες μοναχούς.

Η τράπεζα της μονής, αναστηλωμένη σήμερα, λειτουργεί από το 1993 ως συλλογή γλυπτών, όπου εκτίθενται τα εξαιρετικής τέχνης αρχιτεκτονικά μέλη από το μοναστήρι και την ευρύτερη περιοχή. Στο βορδονάρειο (στάβλος), επίσης αναστηλωμένο σήμερα, εκτίθενται αποτοιχισμένες τοιχογραφίες του 18ου αι. προερχόμενες από το ναό του Αγίου Σπυρίδωνος Μεδεώνος στην περιοχή της Αντίκυρας.

Ναός της Παναγίας: Η εκκλησία της Παναγίας είναι η παλαιότερη από τις δύο εκκλησίες του μοναστηριακού συγκροτήματος, καθώς χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 10ου αι. Κτισμένη σύμφωνα με τα κωνσταντινουπολίτικα πρότυπα, η εκκλησία κατέχει μια εξέχουσα θέση στην ιστορία της βυζαντινής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα. Η αρχιτεκτονική μορφή και ο τρόπος δομής, η εκλέπτυνση στη διάρθωση των εξωτερικών επιφανειών και ο εξαιρετικός πλούτος στον αρχιτεκτονικό διάκοσμο προκάλεσαν από νωρίς το ενδιαφέρον των μελετητών.

Ως προς τον αρχιτεκτονικό τύπο ανήκει στο σύνθετο τετρακιόνιο σταυροειδή εγγεγραμμένο ναό με τρούλο, τον τύπο δηλαδή που χαρακτηρίζει την αρχιτεκτονική σχολή της Κωνσταντινούπολης. Όπως συχνά συμβαίνει στα μοναστήρια, στον κυρίως ναό έχει προσαρτηθεί ευρύχωρος νάρθηκας, η λιτή. Δυτικά της λιτής, ο ιδιότυπος εξωνάρθηκας αποτελείται από ένα ανοικτό προστώο με δύο κλειστά διαμερίσματα στα δύο άκρα, τα οποία προεξείχαν από το περίγραμμα του κυρίως ναού. Το νότιο διαμέρισμα του εξωνάρθηκα ενσωματώθηκε στη μεταγενέστερη εκκλησία, το καθολικό της μονής. Στη διάρκεια αναστηλωτικών εργασίων, κάτω από την ορθομαρμάρωση του καθολικού αποκαλύφθηκε μια εξαιρετική τοιχογραφία, που διακοσμούσε άλλοτε τον ανατολικό τοίχο του νοτίου διαμερίσματος του εξωνάρθηκα. Η μοναδική τοιχογραφία που σώθηκε από την αρχική διακόσμηση του ναού της Παναγίας ιστορεί την εμφάνιση του αρχάγγελου Μιχαήλ στον Ιησού του Ναυή πριν από την άλωση της Ιεριχούς. Τοιχογραφίες διασώζονται και στο νότιο σκέλος του σταυρού και το διακονικό. Παριστάνονται συνολικά πέντε μορφές ιεραρχών, που έχουν χρονολογηθεί στο τέλος του 12ου αι.

Καθολικό Μονής: Η κεντρική εκκλησία του μοναστικού συμπλέγματος, το καθολικό, κτίστηκε νότια του ναού της Παναγίας για να στεγάσει το λείψανο του Οσίου. Ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του ηπειρωτικού οκταγωνικού και θεωρείται το πρότυπο όλων των μεταγενέστερων ναών αυτού του τύπου. Στους οκταγωνικούς ναούς μόνο η στήριξη του τρούλου είναι οκταγωνική, ενώ ο κεντρικός χώρος κάτω από αυτόν παραμένει τετράγωνος. Το καθολικό του Οσίου Λουκά χαρακτηρίζεται για τον ευρύ τρούλο του (διαμέτρου 9 μ. περίπου) και αντίστοιχα το διευρυμένο ενιαίο τετράγωνο χώρο κάτω από αυτόν. Το βάρος του τρούλου φέρουν οκτώ ογκώδεις πεσσοί, που γεφυρώνονται σε μεγάλο ύψος, από τέσσερα μεγάλα τόξα ανάμεσα σε τέσσερα ημιχώνια. Από τα παρεκκλήσια, που πλαισιώνουν τον τετράγωνο πυρήνα, ιδιαίτερη σημασία έχει το βορειανατολικό γιατί εκεί, και στο σημείο επικοινωνίας με τη βόρεια κεραία του σταυρού έχει τοποθετηθεί η μαρμάρινη λειψανοθήκη του οσίου. Πρόκειται για το τμήμα του καθολικού που συνδέεται με το ναό της Παναγίας, διευκολύνοντας τη διέλευση των προσκυνητών μπροστά από το ιερό λείψανο και την είσοδό τους στο ναό της Παναγίας. Ταυτόχρονα με το καθολικό κτίσθηκε η κρύπτη, που έχει σε κάτοψη το σχήμα σταυροειδούς τετρακιόνιου ναού. Στην κρύπτη στεγάζεται ο αρχικός τάφος του οσίου Λουκά, που βρίσκεται στο βόρειο τοίχο, ακριβώς κάτω από το χώρο του καθολικού, όπου τοποθετήθηκε η λειψανοθήκη του. Δύο ακόμα τάφοι στην κρύπτη ανήκουν σε επιφανείς ηγούμενους του μοναστηριού.

Ο επισκέπτης του καθολικού εντυπωσιάζεται από τον πλούσιο εσωτερικό διάκοσμο. Συνθέσεις από χρωματιστά μάρμαρα καλύπτουν το δάπεδο του ναού, όπως και τις κατακόρυφες επιφάνειες των τοίχων. Τα λαμπρά ψηφιδωτά, που κοσμούν τις ανώτερες επιφάνειες του καθολικού, αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα ψηφιδωτά σύνολα της μεσοβυζαντινής τέχνης. Χρονολογούνται γύρω στη δεύτερη και τρίτη δεκαετία του 11ου αι., είναι δηλαδή πρωιμότερα από τα άλλα δύο μεγάλα ψηφιδωτά σύνολα του ελλαδικού χώρου, αυτά της Νέας Μονής Χίου και του Δαφνίου. Στη κόγχη του ιερού απεικονίζεται η Παναγία ένθρονη βρεφοκρατούσα, ενώ στο χαμηλό θόλο πάνω από το ιερό παριστάνεται η Πεντηκοστή. Στο μεγάλο τόξο επάνω από την είσοδο του ιερού εικονίζονται οι δύο αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ. Ο χριστολογικός κύκλος αντιπροσωπεύεται με τέσσερις σκηνές στα ημιχώνια (ο Ευαγγελισμός που δεν σώζεται, η Γέννηση, η Υπαπαντή και η Βάπτιση) και με τέσσερις σκηνές από τον κύκλο του Πάθους (ο Νιπτήρας, η Σταύρωση, η Ανάσταση και η Ψηλάφηση του Θωμά). Στο διακονικό διατηρούνται δύο σκηνές της Παλαιάς Διαθήκης, ο Δανιήλ στο λάκκο των Λεόντων και οι Τρεις Παίδες στην κάμινο. Τη ψηφιδωτή διακόσμηση συμπληρώνουν παραστάσεις ενός ιδιαίτερα μεγάλου αριθμού αγίων, κυρίως μοναχών, ιεραρχών, στρατιωτικών αγίων και αγίων ιατρών.

Τα δύο παρεκκλήσια, βορειοδυτικό και νοτιοδυτικό, μικρό τμήμα του βορειοανατολικού διαμερίσματος και η κρύπτη κοσμούνται με τοιχογραφίες, που χρονολογούνται στο τρίτο τέταρτο του 11ου αι.

Διοικητικές Πληροφορίες:

Υπηρεσιακή Μονάδα: Εφορεία Αρχαιοτήτων Βοιωτίας

Στείριο, Νομός Βοιωτίας

Τηλέφωνο: +30 22670 22797

Email: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

Εισιτήρια: Ολόκληρο: 4€, Μειωμένο: 2€

Ώρες Λειτουργίας: 08:30 - 03:30

Άφιξη: Το μοναστήρι απέχει από την Αθήνα 172 χλμ. και η διαδρομή με Ι.Χ. διαρκεί περίπου 2 ώρες. Συνδέεται και με ΚΤΕΛ με τη Λιβαδειά, από την οποία απέχει 34,2 χλμ., με δρομολόγια 3 φορές την ημέρα και διάρκειας 54 λεπτών.

Πηγές:

http://odysseus.culture.gr/h/3/gh355.jsp?obj_id=8081

https://whc.unesco.org/en/list/537