Μνημεία Αρχαιότητας

Ελευσίνα: Η μυστηριακή λατρεία της Δήμητρας

Στην ακτή του ομώνυμου κόλπου, 21 χλμ. δυτικά της Αθήνας, βρίσκεται η Ελευσίνα, ένας από τους αρχαίους δήμους των Αθηναίων και έδρα του πιο γνωστού ιερού της Δήμητρας, το οποίο, χάρη στα Μυστήρια που τελούνταν, καθιερώθηκε ως ένα από τα σπουδαιότερα λατρευτικά κέντρα της Ελλάδας.

Η αρχαία πόλη είναι κτισμένη πάνω σε μια λοφοσειρά στην άκρη του Θριάσιου πεδίου και το ιερό βρίσκεται στις ανατολικές παρυφές της. Ίχνη κατοίκησης βρίσκονται ήδη από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (3η χιλιετία π.Χ.), χωρίς διακοπή μέχρι τα ιστορικά χρόνια.

Σύμφωνα με τον μύθο (Πάριο Χρονικό, Εποχή 12, στ. 23-24) η θεά Δήμητρα κατέφθασε μεταμφιεσμένη στην Ελευσίνα το 1409 π.Χ., αναζητώντας την κόρη της, Περσεφόνη, που την είχε απαγάγει ο Πλούτωνας στον Κάτω Κόσμο. Η τοπική βασιλική οικογένεια της φέρθηκε καλά και καιρό μετά τους αποκάλυψε την ταυτότητά της. Ως αντάλλαγμα δίδαξε στους Ελευσίνιους την καλλιέργεια της γης και απαίτησε από τον βασιλιά να κτίσει έναν ναό σε ύψωμα κάτω από την ακρόπολη.

Το ιερό: Παρά τα κατάλοιπα από την Εποχή του Χαλκού κάτω από το ιερό, οι πρωιμότερες ενδείξεις λατρευτικής δραστηριότητας, κυρίως αναθήματα και στάχτη από τις θυσίες, χρονολογούνται στα τέλη του 8ου αι. π.Χ. Μετά την καθιέρωσή του λειτούργησε για πάνω από 1000 χρόνια μέχρι την καταστροφή του από τους Βησιγότθους το 395 μ.Χ.

Η ελευσίνια λατρεία διέφερε από αυτήν των περισσότερων Ολύμπιων θεών, καθώς περιελάμβανε μυστικές νυκτερινές ιεροπραξίες, που μόνο μυημένοι μπορούσαν να παρακολουθήσουν. Η κοινοποίηση των Μυστηρίων τιμωρούταν με θανατική ποινή, για αυτό ακόμα και σήμερα δε γνωρίζουμε πολλά με βεβαιότητα για τη λατρεία. Πάντως, δεν γίνονταν θυσίες ζώων σε βωμό έξω από τον ναό, όπως είναι το τελετουργικό στις περισσότερες ελληνικές λατρείες. Ο ναός θα στέγαζε μόνο το λατρευτικό άγαλμα και τα αναθήματα, χωρίς να αποτελεί χώρο συγκέντρωσης πιστών ή λατρευτικής δραστηριότητας.

Πυρήνας του ιερού ήταν το Τελεστήριο, μια τεράστια αίθουσα με πολλούς εσωτερικούς κίονες για την στήριξη της οροφής και η οποία μπορούσε να φιλοξενήσει χιλιάδες πιστούς. Οι διαστάσεις του μεγάλωναν συνεχώς με το πέρασμα των χρόνων, καθώς εντοπίζονται 8-9 οικοδομικές φάσεις, από τον 6ο αι. π.Χ. έως τον 2ο αι. μ.Χ. Καταστράφηκε από τους Πέρσες κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του Ξέρξη, αλλά ανοικοδομήθηκε με πρωτοβουλία του Περικλή, οπότε και πλησίασε τις τελικές του διαστάσεις. Όπως μας πληροφορεί ο Πλούταρχος (Περικλής 13), στο Τελεστήριο εργάστηκαν τρεις αρχιτέκτονες, ο Κόροιβος, ο Μεταγένης από τον Ξυπέτη και ο Ξενοκλής από τον Χολαργό.  Προστέθηκαν οι σειρές βαθμιδωτών καθισμάτων στο εσωτερικό, κατά μήκος των τοίχων, από όπου οι παρευρισκόμενοι παρακολουθούσαν τα δρώμενα. Τον 4ο αι. π.Χ. απέκτησε και ένα μεγάλο προστώο.

Η Ελευσίνα ευεργετήθηκε αρκετά από τους Ρωμαίους και πολλοί αυτοκράτορες μυήθηκαν στα Μυστήρια. Άλλωστε, πολλά μνημεία που σώζονται σήμερα είναι από εκείνη την εποχή, υποδεικνύοντας έτσι την ακμή του ιερού. Τα νέα κτίρια αποτελούν πιστά αντίγραφα ή παραλλαγές παλαιότερων αθηναϊκών μνημείων. Το πρωιμότερο έργο του 2ου αι. μ.Χ. ήταν η γέφυρα που κατασκεύασε ο Αδριανός στον Ελευσινιακό Κηφισό, μήκους 50 μ. και πλάτους 5 μ. Τα τέσσερα τόξα της, κτισμένα από ασβεστόλιθους, ενώνουν της όχθες του (στεγνού πλέον) ποταμού. Μπροστά από το ιερό υπήρχε μια επιβλητική εξωτερική αυλή με έντονη παρουσία μαρμάρου. Είχε ακανόνιστο σχήμα και πλάτος 70 μ. σε ορισμένα σημεία. Το δάπεδο ήταν στρωμένο με χοντρές πλάκες ασβεστόλιθου. Στο μέσον της, περίπου 20 μ. από την πύλη του ιερού υπήρχε ένας μικρός μαρμάρινος δωρικός ναός, τοποθετημένος σε χαμηλό πόδιο, που ταυτίζεται με τον Ναό της Αρτέμιδος Προπυλαίας. Η μορφή του θα ήταν τετράστυλος αμφιπρόστυλος, κτισμένος τον 2ο αι. μ.Χ. με βάση κάποιο κλασικό πρότυπο. Η αυλή πλαισιωνόταν με διάφορα μνημεία. Στα νοτιοανατολικά υπήρχε μια στολισμένη κρήνη κορινθιακού ρυθμού με περίτεχνο θριγκό.

Η Ιερά Οδός συναντούσε την αυλή στα βορειοανατολικά, αλλά στο ίδιο σημείο κατέληγαν δύο ακόμη δρόμοι, οι οποίοι επιστεγάζονταν με μαρμάρινες αψίδες, πιστά αντίγραφα της Πύλης του Αδριανού στην Αθήνα. Σε αυτές ήταν χαραγμένη η ίδια επιγραφή: « Οι Πανέλληνες στις δύο θεές και στον αυτοκράτορα». Βρέθηκαν, επίσης, πολλές ενεπίγραφες βάσεις αγαλμάτων, που τιμούν τον Αντωνίνο τον Ευσεβή, διάδοχο του Αδριανού.

Αριστερά της κύριας εισόδου, έξω από το τείχος του ιερού, η πλακόστρωση διακόπτεται  και σε χαμηλότερο επίπεδο φαίνεται ένα παλαιό πηγάδι με λίθινη επένδυση. Πρόκειται για το Καλλίχορον φρέαρ, το σημείο όπου οι κόρες του βασιλιά Κελεού βρήκαν τη Δήμητρα να θρηνεί τη χαμένη Περσεφόνη. Δίπλα του βρίσκονται να Μεγάλα Προπύλαια. Σώζονται ολόκληρη η κρηπίδα και μεγάλο μέρος της ανωδομής και έτσι φαίνεται πως αντιγράφουν με πιστότητα τα Προπύλαια της αθηναϊκής Ακρόπολης. Πίσω από μια εξάστυλη δωρική πρόσοψη ανοιγόταν ένας χώρος με δύο σειρές ιωνικών κιόνων και πέντε θύρες, που οδηγούσαν μέσω στοάς, επίσης εξάστυλης δωρικής πρόσοψης, στο ιερό. Τα τύμπανα των δύο αετωμάτων τους ήταν διακοσμημένα με μια τεράστια ανάγλυφη προτομή πάνω σε ασπίδα, μάλλον κάποιου σύγχρονου αυτοκράτορα. Στη συνέχεια διέρχεται από τα Μικρά Προπύλαια, δίπλα από τα οποία υπάρχει το Πλουτώνειο.

Στο εσωτερικό του τεμένους, λίγο πιο πριν από το Τελεστήριο, υπάρχει στα δεξιά, στην κορυφή μιας κλίμακας αρκετών βαθμίδων, ένα κτίριο επίσης του 2ου αι. μ.Χ. Ελάχιστα σωζόμενα λείψανα δείχνουν πως πρόκειται για δίστυλο εν παραστάσι, που ονομάζεται συμβατικά ναός F. Τα αετωματικά γλυπτά του αντιγράφουν τις μορφές του δυτικού αετώματος του Παρθενώνα σε μικρότερο μέγεθος.

Οχύρωση: Επειδή η Ελευσίνα βρίσκεται στο δυτικότερο παράλιο δήμο της Αττικής λειτουργούσε και σαν φυλάκιο απέναντι στα Μέγαρα και την Πελοπόννησο, όπου βρίσκονταν δύο από τους μεγαλύτερους εχθρούς της Αθήνας, η Κόρινθος και η Σπάρτη. Το ιερό συνεπώς προστατευόταν από ισχυρό οχυρωματικό περίβολο με αρκετές οικοδομικές φάσεις, η πρώτη του 6ου αι. π.Χ. Η ακρόπολη στα δυτικά διέθετε ξεχωριστό τείχος και έτσι η Ελευσίνα αποτέλεσε ένα από τα κύρια φρούρια της Αττικής, τουλάχιστον από τον 4ο αι. π.Χ.

Ιερά Οδός: Η Ελευσίνα ενώνεται με την Αθήνα μέσω της Ιεράς Οδού, η οποία πλαισιωνόταν στο μεγαλύτερο μέρος της από ιερά και τάφους. Τα μνημεία αυτά τα περιέγραψαν διεξοδικά ο περιηγητής Πολέμων (2ος αι. π.Χ.) και ο Παυσανίας (2ος αι. μ.Χ.). Σήμερα διατηρούνται ίχνη του ιερού της Αφροδίτης στο όρος Αιγάλεω, με ενεπίγραφες κόγχες  λαξευμένες στον βράχο για τοποθέτηση αναθημάτων. Έξω από την Ελευσίνα η Ιερά Οδός διέσχιζε τον Ελευσινιακό Κηφισό με τη βοήθεια μιας γέφυρας. Η παλαιότερη του 4ου αι. π.Χ. έχει εξαφανισθεί, αλλά διατηρείται αυτή που κατασκεύασε ο Αδριανός το 125 μ.Χ.

Στο τέλος του 4ου αι. μ.Χ. τα Μυστήρια παρακμάζουν, ενώ με την εισβολή των Βησιγότθων του Αλάριχου το ιερό μετατρέπεται σε ερείπια και η λατρεία εγκαταλείπεται.

Η συνέχεια της χρήσης του χώρου κατά τους χριστιανικούς χρόνους μαρτυρείται από το μεταβυζαντινό ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου, ο οποίος δεσπόζει στο λόφο επάνω από το αρχαίο Τελεστήριο, και είναι χτισμένος επάνω στα ερείπια παλαιότερου χριστιανικού ναού. Ανήκει στον τύπο της μονόχωρης καμαροσκέπαστης βασιλικής και ανάγεται στους μεταβυζαντινούς χρόνους. Εσωτερικά κοσμείται με τοιχογραφίες που χρονολογούνται στο 17ο-18ο αιώνα και κτιστό τέμπλο που φέρει μεταγενέστερες τοιχογραφίες.

Από το 1882 μέχρι τη δεκαετία του 1950 η Ελευσίνα ανασκάφηκε σχεδόν αδιάκοπα από την Ελληνική Αρχαιολογική Εταιρεία.

Αρχαιολογικό Μουσείο: Το Μουσείο της Ελευσίνας οικοδομήθηκε το 1889-1890 στη N.A. πλευρά της ακρόπολης σε σχέδια του αρχιτέκτονα Ιωάν. Μούση, για να στεγάσει τα ευρήματα των ανασκαφών του Ιερού. Το κτήριο, ισόγειο, κεραμοσκεπές, διέθετε αρχικά πέντε αίθουσες (I-V) ενώ γύρω στα 1930 προστέθηκε και μια νέα αίθουσα (VI) προκειμένου να συμπεριλάβει αγγεία και μικροευρήματα από το Ιερό και τα νεκροταφεία (ανασκαφή Κ. Κουρουνιώτη). Το 1960 το Μουσείο ανακαινίσθηκε και εμπλουτίσθηκε με νέα ευρήματα από τις ανασκαφές του Δυτικού Νεκροταφείου (ανασκαφή Γ. Μυλωνά) και του Ιερού ενώ το 1973 τοποθετήθηκαν δύο προπλάσματα με αναπαράσταση των κυριότερων οικοδομημάτων του Ιερού του 6ου αι. π.Χ. και του 2ου αι. π.Χ. Το 1983 έγιναν εργασίες συντήρησης στο κτήριο. Επισκευές στο Μουσείο και επανέκθεση πραγματοποιήθηκαν και μετά το μεγάλο σεισμό του 1999, που έπληξε τόσο το Μουσείο, όσο και τον Αρχαιολογικό Χώρο της Ελευσίνας.

Διοικητικές Πληροφορίες:

Υπηρεσιακή Μονάδα: Εφορεία Αρχαιοτήτων Δυτικής Αττικής

Ελευσίνα (Νομός Αττικής)

Τηλέφωνο: +30 210 5546019

Εισιτήρια: Ολόκληρο: €6, Μειωμένο: €3

Ώρες Λειτουργίας: Από 17/6/2020 ισχύει το διευρυμένο ωράριο, Δευτέρα-Κυριακή, 8:00-20:00

Πρόσβαση στον Αρχαιολογικό Χώρο

  1. Με τη λεωφορειακή γραμμή 876 (από τις στάσεις "Αιγάλεω" και "Αγ. Μαρίνα" της γραμμής 3 του ΜΕΤΡΟ)
  2. Με το ΚΤΕΛ Μεγάρων (αφετηρία από την πλατεία Αγ. Ασωμάτων στο Θησείο)
  3. Με τις λεωφορειακές γραμμές 845 και 871 (από Πειραιά)

Πηγές:

Camp, J.M. 2009. Οι Αρχαιότητες της Αθήνας και της Αττικής. Μετάφραση από Μ. Κλεώπα. Αθήνα: Ινστιτούτο του Βιβλίου-Α. Καρδαμίτσα.

http://odysseus.culture.gr/h/1/gh155.jsp?obj_id=3429