Μνημεία Αρχαιότητας

Θεσσαλονίκη: Η Αψίδα του Γαλερίου

Το γνωστότερο μνημείο της Θεσσαλονίκης, μαζί με τον Λευκό Πύργο, και ένα από τα πιο χαρακτηριστικά της ύστερης αρχαιότητας είναι η αψίδα ή το θριαμβικό τόξο του Γαλερίου, η λεγόμενη σήμερα Καμάρα.

Στα τέλη του 3ου με αρχές του 4ου αι. μ.Χ. την ηγεσία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας είχαν αναλάβει οι λεγόμενοι Τετράρχες (284-312 μ.Χ.). Αυτοί ήταν ένα σχήμα τεσσάρων αυτοκρατόρων, που μοιράζονταν μεταξύ τους τις ανώτερες κυβερνητικές ευθύνες και ο καθένας τους εγκαινίασε ένα μεγάλο οικοδομικό πρόγραμμα στις περιοχές ελέγχου τους.

Ο Γαλέριος, ένας από τους Τετράρχες, είχε ανακηρύξει τη Θεσσαλονίκη ως πρωτεύουσα της σφαίρας επιρροής του, όταν αναγορεύτηκε Καίσαρας. Έτσι, δημιούργησε ένα μνημειακό συγκρότημα στην πόλη, που θα περιελάμβανε το ανάκτορό του (αν και δεν έχουν σωθεί σχέδια για αυτό) καθώς και ένα μεγάλο κυκλικό κτίριο, γνωστό ως Ροτόντα, το οποίο θα χρησίμευε ως μαυσωλείο του (αν και τα τελευταία χρόνια νέες έρευνες το θέτουν σε αμφισβήτηση) και σώζεται μέχρι σήμερα. Η Ροτόντα είναι φτιαγμένη από πλίνθους και στεγάζεται με κεντρικό θόλο, ενταγμένη μέσα σε έναν οκταγωνικό περίβολο. Φαίνεται να μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό του Αγίου Γεωργίου πριν το 400 μ.Χ., όταν και διακοσμήθηκε με παλαιοχριστιανικά ψηφιδωτά, που απεικονίζουν μάρτυρες.

Ο Γαλέριος έχτισε επίσης ένα μεγαλοπρεπές θριαμβικό τόξο σε εγκάρσια σχέση ως προς τη Via Regia, τον μεγάλο αρχαίο οδικό άξονα της Θεσσαλονίκης από τα δυτικά προς τα ανατολικά. Σήμερα λέγεται Εγνατία, ωστόσο η αρχαία Εγνατία δεν περνούσε μέσα από την πόλη, αλλά βορειοανατολικά από αυτήν, συνδέοντας την Ιταλία με τις ανατολικές επαρχίες της Αυτοκρατορίας. Μια πλατιά λεωφόρος, πλαισιωμένη με στοές, συνέδεε το τόξο με το συγκρότημα του μαυσωλείου. Η κατασκευή του άρχισε το 296 μ.Χ. και η μορφή του είναι διαφορετική από τα προγενέστερα τόξα της Ιταλίας. Είναι κτισμένο από πλίνθους, με τα κατώτερα τμήματά του να είναι επενδυμένα με μαρμάρινες πλάκες με ανάγλυφη διακόσμηση. Οι κύριες όψεις είχαν από τρία ανοίγματα, ένα μεγαλύτερο και δύο μικρότερα, πάνω στην κύρια οδό. Από ένα άνοιγμα υπήρχε και στις στενές πλευρές του τόξου, για την επικοινωνία με την κάθετη οδό, η οποία οδηγούσε από τη μια μεριά προς το ανάκτορο και προς την άλλη προς το μαυσωλείο. Δημιουργείται έτσι ένα τετράπυλο, με αίσθηση θολοσκεπούς χώρου, που αποτελεί κομβικό σημείο της πόλης. Σήμερα σώζεται μέρος του κτίσματος, που διατηρεί δύο τόξα και την αρχή του τρίτου.

Η κατασκευή της αψίδας βασίστηκε σε δύο παράλληλους τοίχους, μήκους 37 μ. περίπου και πάχους 3,80 μ. (σώζεται ο ένας σε μήκος 29 μ.). Οι δύο τοίχοι απείχαν 9 μ. ο ένας από τον άλλο και άφηναν τρία ανοίγματα τοξωτά, ένα μεγάλο στο κέντρο, πλάτους 9,70 μ. και δύο άλλα μικρότερα στα πλάγια, πλάτους 4,85 μ. Οι τέσσερις κεντρικοί πεσσοί ήταν χτισμένοι από χοντρά μάρμαρα, ενώ ο πυρήνας ήταν επενδυμένος από άλλα μάρμαρα και χοντρές πλάκες. Πάνω στην κατασκευή αυτή ήταν προσαρμοσμένες οι μαρμάρινες πλάκες με τις ανάγλυφες διακοσμήσεις. Για την κατασκευή της υπόλοιπης αψίδας είχαν χρησιμοποιηθεί ακανόνιστες πέτρες με ισχυρό κονίαμα και τούβλα για μια εξωτερική επένδυση πάχους 0,70 μ. Οι επιφάνειες των τοίχων, εκτός φυσικά των τεσσάρων κεντρικών πεσσών, καλύπτονταν από ορθομαρμαρώσεις ή κονιάματα. Οι προσόψεις του κεντρικού τμήματος της αψίδας κατέληγαν σε αετώματα. Κάτω από τα αετώματα και πάνω από κάθε πεσσό υπήρχε μια κόγχη και δίπλα σε κάθε κόγχη από ένα διακοσμητικό αστέρι μέσα σε κύκλο, κατασκευασμένο από τούβλα. Μέσα στις κόγχες ήταν τοποθετημένα αγάλματα. Κατά πάσα πιθανότητα στις δύο κόγχες της νοτιοανατολικής κύριας πρόσοψης, υπήρχαν τα αγάλματα του Διοκλητιανού και του Γαλερίου, ενώ στη βορειοδυτική τα αγάλματα του Μαξιμιανού και του Κωνστάντιου Χλωρού.

Τα ανάγλυφα του τόξου απεικονίζουν τις επιτυχείς εκστρατείες του Γαλερίου εναντίον των Σασσανιδών, διαδόχων των Πάρθων στη Μεσοποταμία. Κυριαρχούν οι πολεμικές και θριαμβικές σκηνές, δίνοντας τοπικό χρώμα με απεικόνιση καμήλων και ελεφάντων. Η νίκη, όπως φαίνεται σε ένα από τα ανάγλυφα, μοιράζεται σε όλους τους Τετράρχες, που απεικονίζονται με τα θεϊκά τους σύμβολα, κατενώπιον με επισημότητα. Τα ανάγλυφα των πεσσών του τόξου έχουν τοποθετηθεί με τέτοιον τρόπο που θυμίζουν ανάγλυφες σαρκοφάγους και είναι πολύ πιθανόν να είχαν επιστρατευθεί γλύπτες που εξειδικεύονταν στην διακόσμησή τους.

Οι πρώτες στερεωτικές εργασίες έγιναν επί Τουρκοκρατίας (1889). Το 1945 στερεώθηκε και υποθεμελιώθηκε ο βορειοανατολικός πεσσός. Το 1952 έγιναν σε ευρεία έκταση στερεωτικές και συντηρητικές εργασίες στις επιφάνειες των δύο κεντρικών πεσσών. Το 1954 η στάθμη της Εγνατίας κατέβηκε στο σημερινό επίπεδο και εμφανίστηκαν οι βάσεις των πεσσών. Τέλος, η ΙΣΤ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων πραγματοποίησε συντήρηση, στερέωση και καθαρισμό των μαρμάρινων αναγλύφων κατά το διάστημα 1991-2001 λόγω της ατμοσφαιρικής ρύπανσης του μνημείου.

Διοικητικές Πληροφορίες:

Υπηρεσιακή Μονάδα: Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης

Εγνατία οδός, Τ.Κ. 54625, Θεσσαλονίκη (Νομός Θεσσαλονίκης)

Τηλέφωνο: +30 2313 310400

Email: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

Διεύθυνση: Εγνατία 144, Θεσσαλονίκη 546 22

Είσοδος ελεύθερη

Πηγές:

Ramage, N.H. και Ramage, A. 2000. Ρωμαϊκή Τέχνη: Από τον Ρωμύλο έως τον Κωνσταντίνο. Μετάφραση από Χ. Ιωακειμίδου. Θεσσαλονίκη: University Studio Press.

http://odysseus.culture.gr/h/2/gh255.jsp?obj_id=1425