Μνημεία Αρχαιότητας

Βάσσες: Ναός Επικούρειου Απόλλωνα

Στο βραχώδες τοπίο των Βασσών Φιγαλείας, στην ορεινή Αρκαδία βρίσκεται ένας από τους σημαντικότερους και επιβλητικότερους ναούς της αρχαιότητας, αφιερωμένος στον Επικούρειο Απόλλωνα.

Σύμφωνα με τον περιηγητή Παυσανία (VII 42), «πρέπει να τον εκτιμά κανείς περισσότερο από όλους τους ναούς στην Πελοπόννησο, μετά από αυτόν στην Τεγέα, χάρη στο κάλλος της πέτρας και στο αρμονικό σύνολο». Πράγματι, ο ναός αυτός κατόρθωσε να συνδυάσει πολλά αρχαϊκά χαρακτηριστικά, που επέβαλλε η συντηρητική θρησκευτική παράδοση των Αρκάδων, με τα νέα γνωρίσματα της κλασικής εποχής.

Διαδέχθηκε έναν πρωιμότερο ναό του Απόλλωνα, που οικοδομήθηκε γύρω στα τέλη του 7ου αι. π.Χ., πιθανότατα στην ίδια θέση. Ακολούθησαν μία ή δύο οικοδομικές φάσεις του, γύρω στο 600 και γύρω στο 500 π.Χ., αντίστοιχα, από τις οποίες σώζονται πολυάριθμα αρχιτεκτονικά μέλη, όπως το κεντρικό δισκοειδές πήλινο ακρωτήριο με την πλούσια πολύχρωμη γραπτή διακόσμηση, κεραμίδια και πήλινα ακροκέραμα.

Ο κλασικός ναός κτίσθηκε το 420-410 π.Χ., πιθανώς από τον αρχιτέκτονα Ικτίνο – εμφανίζει άλλωστε αρκετά αττικά στοιχεία – από τοπικό γκρίζο ασβεστόλιθο, θεμελιωμένος πάνω στον φυσικό βράχο, σε ειδικά διαμορφωμένο πλάτωμα. Είναι δωρικός περίπτερος, αμφιδίστυλος εν παραστάσι, με 6x15 κίονες, συνολικών διαστάσεων 14,48x38,24 μ. Είναι δηλαδή μακρύτερος αναλογικά με το πλάτος του σε σχέση με τους τυπικούς δωρικούς ναούς του 5ου αι. π.Χ. Η αρχαϊκή αυτή κάτοψη έρχεται σε αντίθεση με την αττική ραδινότητα των κιόνων, την προοδευτική ανωδομή, το χαμηλό επιστύλιο και τα εφαρμοστά κιονόκρανα.  Επίσης, δεν είναι προσανατολισμένος στον κανονικό άξονα ανατολής-δύσης ενός τυπικού ναού, αλλά στον άξονα βορρά-νότου.

Στο εσωτερικό του σηκού του βρίσκονται εντοιχισμένοι από πέντε ιωνικοί ημικίονες σε κάθε μακρά πλευρά, το τελευταίο ζεύγος των οποίων τέμνουν διαγώνια τον τοίχο του σηκού και όχι κάθετα όπως οι υπόλοιποι. Διέθετε έναν ελεύθερο κορινθιακό κίονα στον άξονα του σηκού στον νότιο τοίχο του, το κιονόκρανο του οποίου είναι το αρχαιότερο μαρτυρημένο παράδειγμα. Στο άδυτο, που βρισκόταν πίσω από τον κίονα αυτό, πιθανότατα φυλασσόταν το λατρευτικό άγαλμα του θεού. Στον ανατολικό του τοίχο υπάρχει θύρα, που οδηγούσε στο εξωτερικό πτερό, για την ύπαρξη της οποίας έχουν διατυπωθεί διάφορες ερμηνείες.

Η στέγη του ναού ήταν δίρριχτη και η κεράμωση μαρμάρινη, κορινθιακού τύπου. Τον ναό περιέτρεχε εξωτερικά δωρική ζωφόρος με ακόσμητες μετόπες και τρίγλυφα, ενώ ανάγλυφη διακόσμηση έφεραν μόνο οι εσωτερικές μετόπες των στενών πλευρών. Οι έξι μετόπες του πρόναου απεικόνιζαν την επιστροφή του Απόλλωνα στον Όλυμπο από τις Υπερβόρειες χώρες, και του οπισθόδομου την αρπαγή των θυγατέρων του Μεσσήνιου βασιλιά, Λεύκιππου, από τους Διόσκουρους. Τα αετώματα δεν είναι βέβαιο ότι έφεραν γλυπτό διάκοσμο. Επίσης, εσωτερικά στον σηκό βρισκόταν μια μαρμάρινη ζωφόρος, η οποία σήμερα εκτίθεται στο Βρετανικό Μουσείο και απεικονίζει τα παραδοσιακά θέματα της Αμαζονομαχίας και της Κενταυρομαχίας. Οι μορφές τους συνδυάζουν αττικά (σύνθεση σκηνών, απόδοση ενδυμάτων) με πελοποννησιακά στοιχεία (μεγαλύτερα κεφάλια, τετράγωνα σώματα).

Ο γλυπτός του διάκοσμος, τα εσωτερικά κιονόκρανα, τα πλατιά φατνώματα των όψεων και η στέγη αποτελούνταν από μάρμαρο. Ο ναός λοιπόν είναι ο μοναδικός που συνδυάζει στοιχεία και από τους τρεις αρχιτεκτονικούς ρυθμούς της αρχαιότητας, τον δωρικό, τον ιωνικό και τον πρωτοεμφανιζόμενο σε αυτό το κτίσμα κορινθιακό.

Ο ναός εξακολούθησε να χρησιμοποιείται στα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια, οπότε γίνονταν επιδιορθώσεις στην κεράμωσή του. Η πρώτη σημαντική καταστροφή του σημειώθηκε όταν έπεσε η στέγη του, λόγω της φυσικής φθοράς των ξύλινων δοκών που τη συγκρατούσαν, ενώ σοβαρές ζημιές υπέστη και από την ανθρώπινη επέμβαση, που έγινε για την απόσπαση του μετάλλου των συνδέσμων. Ταυτίσθηκε επιτυχώς το 1765 από το Γάλλο αρχιτέκτονα, J. Bocher, και η πρώτη συστηματική ανασκαφή του έγινε το 1812 από ομάδα αρχαιόφιλων επιστημόνων. Ανασκαφές και αναστηλωτικές επεμβάσεις ξεκίνησαν το 1902 από την Αρχαιολογική Εταιρεία, ενώ το 1975 συστάθηκε η Επιτροπή Συντηρήσεως του Ναού του Επικουρίου Απόλλωνος, που ανέλαβε τον προγραμματισμό και τη σύνταξη των σχετικών μελετών για τα έργα συντήρησης και αναστήλωσης. Το 1982 έγινε ανασύσταση της επιτροπής και το Υπουργείο Πολιτισμού ανέλαβε συστηματικά το έργο αποκατάστασης του μνημείου. Από το 1987 ο ναός προστατεύεται από τις αντίξοες καιρικές συνθήκες με ειδικό στέγαστρο.

Διοικητικές Πληροφορίες:

Υπηρεσιακή Μονάδα: Εφορεία Αρχαιοτήτων Ηλείας

Τ.Κ. 27061, Φιγάλεια (Νομός Ηλείας)

Τηλέφωνο: +30 26260 22275

Ώρες Λειτουργίας: (Θερινό)Καθημερινά 08.00-20.00

*Για λόγους ασφαλείας ο ναός Επικούριου Απόλλωνα παραμένει κλειστός για το κοινό όταν εκδίδεται πρόβλεψη επικράτησης ακραίων καιρικών φαινομένων στην περιοχή (ένταση ανέμου άνω των 6 Μποφώρ και ριπές ανέμου που φθάνουν τα 70χλμ/ώρα.). Για αυτό ενδείκνυται η τηλεφωνική επικοινωνία με το εκδοτήριο εισιτηρίων του χώρου για επιβεβαίωση της λειτουργίας του.

Άφιξη: Ο αρχαιολογικός χώρος είναι προσβάσιμος με αυτοκίνητο και απέχει από την Τρίπολη 85 χλμ. μέσω του αυτοκινητοδρόμου Τριπόλεως – Καλαμάτας (Α7/Ε65) και παίρνοντας διαδοχικά τις Επαρχιακές Οδούς Μεγαλόπολης – Βάστα, Χωρέμης – Καστανοχωρίου, Νέδας – Μεγαλοπόλεως και Μεσσήνης – Ναού Επικούριου Απόλλωνος για Είρα. Έπειτα, ακολουθήστε την Επαρχιακή Οδό Μεσσήνης – Ναού Επικούριου Απόλλωνος προς ΕΟ Ανδρίτσαινας – Επικούριου Απόλλωνα. Τέλος, στρίβετε αριστερά στην ΕΟ Ανδρίτσαινας – Επικούριου Απόλλωνα. Η διάρκεια της διαδρομής είναι 1 ώρα και 45 λεπτά.

Πηγές:

Gruben, G. 2015. Ιερά και Ναοί των Αρχαίων Ελλήνων. Μετάφραση από Δ. Ακτσελή. Αθήνα: Ινστιτούτο του Βιβλίου-Α. Καρδαμίτσα.

Πλάντζος, Δ. 2013. Ελληνική Τέχνη και Αρχαιολογία (1100-30 π.Χ.). Αθήνα: Εκδόσεις Καπόν

http://odysseus.culture.gr/h/2/gh255.jsp?obj_id=1142