Μνημεία Αρχαιότητας

Πύλος: Το Ανάκτορο του Νέστορα

Με αυτήν την ονομασία είναι γνωστό συμβατικά το καλύτερα σωζόμενο μυκηναϊκό ανάκτορο που έχει ανακαλυφθεί μέχρι σήμερα και βρίσκεται στην περιοχή της Αρχαίας Πύλου, προσφέροντας ανεκτίμητα στοιχεία για τον πολιτισμό της Ύστερης Ελλαδικής Περιόδου.

Πρόκειται για ένα συγκρότημα από διάφορα κτίρια με ένα σύνολο 105 ισογείων διαμερισμάτων ή άλλων χώρων. Αποτελείται από τέσσερα κύρια κτίρια (νοτιοδυτικό, κεντρικό, βορειοανατολικό, αποθήκη οίνου), καθώς και ορισμένα μικρότερα κτίσματα. Τα σημαντικότερα διαμερίσματά του είναι η μεγάλη ορθογώνια «αίθουσα του θρόνου» με την κυκλική εστία, το λουτρό με τον πήλινο λουτήρα και οι αποθήκες με τα πολυάριθμα αποθηκευτικά αγγεία. Το ανάκτορο ήταν διώροφο και διακοσμείτο με πολύχρωμες τοιχογραφίες.

Τοποθεσία: Το ανάκτορο θεωρείται ότι κτίστηκε τον 13ο αιώνα π.Χ. από τον βασιλιά Νέστορα, ο οποίος μνημονεύεται πολλές φορές από τον Όμηρο στα έπη του. Βρίσκεται στη περιοχή της Αρχαίας Πύλου, η οποία ήταν σε διαφορετική και πιθανόν ευρύτερη τοποθεσία σε σχέση με τη σύγχρονη πόλη. Η Αρχαία Πύλος αναφέρεται από τον Όμηρο ως το Βασίλειο του Νέστορα που, σύμφωνα με την παράδοση, όπως την καταγράφει και ο Παυσανίας, ιδρύθηκε από τον μυθικό Πύλο και αρχικά ονομαζόταν Κορυφάσιον, όπως και η χερσόνησος στην οποία βρισκόταν. Στη συνέχεια επονομάσθηκε Νηλήιον προς τιμή του βασιλιά Νηλέα, πατέρα του βασιλιά Νέστορα και στη συνέχεια Πύλος. Ο αρχαιολογικός χώρος βρίσκεται στον λόφο του Επάνω Εγκλιανού, κοντά στο δρόμο Χώρας - Πύλου, περίπου 4 χλμ. νότια της Χώρας και 17 χλμ. βόρεια της Πύλου.

Το ύψωμα αρχικά είχε κατοικηθεί στην Μεσοελλαδική εποχή και είχε μια υποτυπώδη οχύρωση, τμήματα της οποίας διασώζονται, αλλά σίγουρα πριν χτιστεί το ανάκτορο το οποίο αντιστοιχεί προς τα ανάκτορα των Μυκηνών και της Τίρυνθας, η κορυφή του λαξεύτηκε και ισοπεδώθηκε, χωρίς να αποκτήσει ποτέ τα τείχη που διέθεταν άλλες μυκηναϊκές ακροπόλεις.

Στις αρχές περίπου του 13ου αι. π.Χ., ο λόφος φαίνεται πως προοριζόταν αποκλειστικά για βασιλική εγκατάσταση, με το κύριο συγκρότημα του ανακτόρου και τα βοηθητικά του διαμερίσματα. Πιο κάτω, στις πλαγιές και τα πλατώματα, στα βορειοδυτικά, νοτιοδυτικά και νοτιοανατολικά του λόφου απλωνόταν η αρχαία πόλη της Πύλου. Σε μικρή απόσταση, προς τα βόρεια και νότια της ακρόπολης, υπάρχουν βασιλικοί θολωτοί τάφοι και σε μια ράχη που κατεβαίνει προς τα δυτικά βρέθηκαν οι θαλαμοειδείς τάφοι των κοινών θνητών.

Οχυρωματικό τείχος, σύγχρονο με το ανάκτορο, δεν βρέθηκε στον Επάνω Εγκλιανό, αν και υπάρχει ένα αρχαιότερο περιφερικό τείχος στη βορειότερη άκρη του. Τα απότομα όμως άκρα του ίδιου του λόφου σχημάτιζαν από όλες τις πλευρές μια φυσική αμυντική γραμμή.

Σύμφωνα και με το σχέδιο του ανακτόρου διακρίνονται τα εξής: 

  1. Είσοδος.
  2. Δικαστήριο.
  3. Προστώο & Θάλαμος Αναμονής.
  4. Μέγαρο (κύρια αίθουσα) - «Αίθουσα του Θρόνου».
  5. Αποθήκες με το ελαιόλαδο.
  6. Αποθήκες με το κρασί.
  7. Αρχεία.
  8. Προπύλαια.
  9. Λουτρό (το μοναδικό σε μυκηναϊκό ανάκτορο της Ηπειρωτικής Ελλάδας).
  10. Μικρό μέγαρο.

Αρχιτεκτονική: Το συγκρότημα του ανακτόρου σε γενικές γραμμές είναι ένα σύνολο που αποτελείται από τέσσερα βασικά κτίσματα, που με τη σειρά τους διαχωρίζονται σε έναν μεγάλο αριθμό περίπου 105 διαμερισμάτων. Το κεντρικό κτίριο, περισσότερο από 50 μ. μήκος και 32 μ. πλάτος, ήταν η βασιλική κατοικία. Στα νοτιοδυτικά, μια άλλη κτιριακή εγκατάσταση, μικρότερη από το κεντρικό κτίριο αλλά αρκετά μεγάλη, είναι ίσως ο παλαιότερος πυρήνας, από το 1400 π.X., του συγκροτήματος, το λεγόμενο NΔ ανάκτορο, που διέθετε και πρώτο όροφο κτισμένο με πλίνθους, ενώ κατά τον 13ο αι. π.X. κτίσθηκε δίπλα στο NΔ πρόδρομο ανάκτορο το κυρίως ανάκτορο, που, μέχρι το 1200 π.X., υπέστη διάφορες μετατροπές και επεκτάσεις. Και τα δύο χρησίμευσαν ως χώρος κατοίκησης ολόκληρο τον 13ο αι, ώσπου καταστράφηκαν γύρω στα 1200 π.Χ. πιθανότατα από τους Δωριείς. Στις επόμενες ιστορικές περιόδους δεν υπάρχουν πλέον εμφανή στοιχεία για το ανάκτορο.

Εκτός από τα κατοικήσιμα δωμάτια, τις αποθήκες και τις σκευοθήκες, το καθένα από τα δύο μεγάλα κτιριακά συγκροτήματα είχε τα επίσημα διαμερίσματά του, καθώς και μία ξέχωρη αποθήκη κρασιού που βρισκόταν στο πίσω μέρος και προς τα δεξιά του καθενός. Υπήρχε, επίσης, στα βορειοανατολικά, ένα ανεξάρτητο αρκετά μεγάλο κτίριο, που μπορούσε να ήταν εργαστήριο. Εκεί φαίνεται πως αποθηκεύονταν εξαρτήματα αρμάτων και γίνονταν επισκευές σε μετάλλινα και δερμάτινα είδη. Στα βορειοδυτικά του εργαστηρίου, ανάμεσα σε αυτό και στην αποθήκη του κρασιού και πίσω από το κεντρικό κτίριο, υπήρχαν επίσης μερικά μικρότερα κτίσματα, καταλύματα ίσως για τους σκλάβους και τους υπηρέτες.

Στην κατασκευή του ανακτόρου χρησιμοποιήθηκε ως βασικό δομικό υλικό το ξύλο. Οι κίονες, τα πλαίσια για τις πόρτες, τα φατνώματα, οι οροφές και οι στέγες ήταν επίσης φτιαγμένα από ξύλο. Ακόμη και οι πέτρινοι τοίχοι είχαν χτιστεί με σύστημα ξυλοδεσιάς που του προσέδωσε μεγαλύτερη στερεότητα, αλλά και συνετέλεσε και στην γρηγορότερη καταστροφή του, από πυρκαγιά, το 1200 π.Χ., μόλις μετά από έναν αιώνα, από την κατασκευή του. Σε όλες τις πλευρές του ανακτόρου, για τις προσόψεις των εξωτερικών τοίχων χρησιμοποιήθηκαν λαξευμένοι ορθογώνιοι πωρόλιθοι. Οι εσωτερικοί τοίχοι χτίστηκαν κυρίως από κοινές, ακατέργαστες, μικρές ή μεγαλύτερες πέτρες, αν και χρησιμοποιήθηκαν μαζί και μεγάλα αγκωνάρια. Σε ψηλά σημεία στους τοίχους, υπήρχαν ανοίγματα για φυσικό φωτισμό του Ανακτόρου, αν και υπήρχαν και άλλες δυνατότητες τεχνητού φωτισμού. Οι εσωτερικοί τοίχοι είχαν επίχρισμα από ασβεστοκονίαμα και οι σπουδαιότεροι χώροι ήταν στολισμένοι με τοιχογραφίες.

Τα δύο ανακτορικά συγκροτήματα είχαν και δεύτερο όροφο, προσιτό με κλιμακοστάσια. Οι τοίχοι των επάνω ορόφων ήταν κτισμένοι με ωμές πλίθρες βαλμένες και αυτές μέσα σε σκελετό ξυλοδεσιάς. Η στέγη πρέπει να ήταν διαμορφωμένη σε ταράτσες, ίσως σε δύο ή περισσότερα επίπεδα, ενώ πάνω από την «Αίθουσα του Θρόνου», η στέγη σίγουρα θα ήτανε ψηλότερη από ό,τι στις πλαϊνές πλευρές.

Πινακίδες Γραμμικής Β’ Γραφής: Από τη μελέτη των κειμένων των 1250 περίπου πινακίδων της Γραμμικής Β’ Γραφής που βρέθηκαν στο συγκρότημα του Ανακτόρου επιβεβαιώθηκε η ορθότητα της αποκρυπτογράφησής της από τον Michael Ventris και τον John Chadwick και προέκυψαν άφθονα στοιχεία για την έντονη βιοτεχνική και εμπορική δραστηριότητα που είχε αναπτυχθεί με κέντρο το ανάκτορο. Οι πήλινες πινακίδες επιβεβαιώνουν ότι το ανάκτορο χρησιμοποιήθηκε ως το κατεξοχήν διοικητικό, πολιτικό και οικονομικό κέντρο της μυκηναϊκής Μεσσηνίας και προσφέρουν πλήθος πρακτικών πληροφοριών για τη ζωή στην προϊστορική και ιστορική Πύλο. Αυτές δεν θα είχαν επιβιώσει χωρίς την πυρκαγιά που ισοπέδωσε το ανάκτορο, καθώς ο πηλός τους ψήθηκε και έγινε πιο ανθεκτικός στον χρόνο.

Θολωτοί τάφοι:

  1. Περίπου 90 μ. από την πύλη προς τα βορειοανατολικά φτάνει κανείς σε έναν θολωτό τάφο, που η θόλος του αναστηλώθηκε στα 1957 από την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία. Αν και κτισμένος με μικρές πλακωτές πέτρες, είναι ωστόσο μεγάλος, με διάμετρο 9,35 μ. Η θόλος είχε καταρρεύσει μέχρι το επάνω μέρος του ανωφλιού και ο τάφος είχε γεμίσει με χώματα που βρέθηκαν τελείως ταραγμένα, γιατί προφανώς είχε συληθεί στην αρχαιότητα. Οι συλητές όμως ήταν ασυνήθιστα απρόσεκτοι, και για αυτό μεγάλης αξίας ευρήματα απέμειναν στον τάφο. Ανάμεσα στα αντικείμενα που βρέθηκαν, περιλαμβάνονται πολλά χρυσά, μαζί και μια βασιλική σφραγίδα με παράσταση φτερωτού γρύπα, δύο δαχτυλίδια, κοσμήματα σε σχήμα γλαύκων, κι ένα περίαπτο σε σχήμα ασπίδας. Επίσης 250 χάντρες από αμέθυστο και διάφορους άλλους λίθους, καθώς και θραύσματα από χάλκινα όπλα κλπ. Στον θολωτό αυτό τάφο, διαπιστώθηκαν έθιμα ταφής απολύτως όμοια με αυτά των Μυκηνών, Θηβών και άλλων κέντρων της πρωτομυκηναϊκής εποχής (16ος αι. π.X.).
  2. Ο θολωτός τάφος 135 μ. νότια του ανακτόρου (στο κτήμα Βαγενά), περιελάμβανε τις μοναδικές για θολωτό τάφο γνωστές περιπτώσεις ταφών σε πίθους και πλουσιότατα κτερίσματα. Είναι από τέλη της Μεσοελλαδικής Εποχής (16ος αι. π.X.). Σχεδόν ολόκληρη η θόλος έχει αποκοπεί περί τα 0,30 μ. από το δάπεδο. ένα μεγάλο μέρος του δαπέδου βρέθηκε άθικτο και σε έξη επίσης άθικτες λακκοειδής ταφές, κάτω από αυτό, αποκαλύφθηκαν πολλά πολύτιμα αντικείμενα: τέσσερις μεγάλοι πίθοι, που καθένας περιείχε ένα σκελετό, 22 χάλκινα ξίφη και εγχειρίδια, διάφορα χάλκινα σκεύη, μεγάλη συλλογή αγγείων, και ένας θαυμάσιος σφραγιδόλιθος, που παριστάνει κάπρο που αμύνεται. Οι λακκοειδείς τάφοι και το δάπεδο έχουν τώρα σκεπαστεί και κανένα μέρος του τάφου δεν είναι ορατό.
  3. Περίπου ένα χιλιόμετρο νότια του ανακτόρου βρέθηκε ένας άλλος θολωτός τάφος που επίσης πρέπει να έχει κάποια σχετιζόταν με αυτό. Σκάφτηκε στο 1939. Βρέθηκε κι αυτός συλημένος, αλλά πολλά αντικείμενα είχαν απομείνει από τη σύληση μεταξύ των οποίων άφθονα κομμάτια από σκαλιστό ελεφαντόδοντο, χρυσές χάντρες, ημιπολύτιμοι λίθοι και υαλόμαζα.

Αρχαιολογικό Μουσείο Χώρας: Το αρχαιολογικό μουσείο βρίσκεται στο κέντρο της Χώρας, 4 χλμ. βόρεια του Ανακτόρου του Νέστορα. Το μουσείο κτίστηκε το 1969 για να στεγάσει τα αντικείμενα που ανακαλύφθηκαν στο ανάκτορο και στην υπόλοιπη περιοχή. Ωστόσο, μερικά από αυτά βρίσκονται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας και της Καλαμάτας. Το Μουσείο της Χώρας διαθέτει τρία δωμάτια. Το πρώτο δωμάτιο περιέχει ευρήματα σχεδόν αποκλειστικά από τους τάφους της περιοχής: συλλογές κεραμικών, χάλκινων και λοιπών γλυπτών, όπλα και κοσμήματα. Το δεύτερο δωμάτιο περιέχει ευρήματα από την περιοχή του Άνω Εγκλιανού και του Ανακτόρου του Νέστορα. Εκτός από τα μεγάλα αγγεία αποθήκευσης και άλλα κεραμικά από τις αποθήκες του παλατιού, υπάρχουν μερικές τοιχογραφίες τοίχου, όπως αυτή που απεικονίζει έναν παίκτη λύρας με ένα πουλί, καθώς και σκηνές μαχών και κυνηγιού. Στην τελευταία αίθουσα, εκτίθενται άλλες ανακαλύψεις που προέρχονται από τον λόφο του Άνω Εγκλιανού και του Ανακτόρου του Νέστορα, και συγκεκριμένα, ένα μέρος των περιεχομένων των τάφων αυτής της περιοχής, όπως γιγαντιαία αγγεία, κύπελλα και κοσμήματα και οι πήλινες πινακίδες με επιγραφές γραμμένες στη Γραμμική Β’ Γραφή. Το μουσείο είναι επισκέψιμο κάθε μέρα, εκτός Τρίτης και επισήμων αργιών.

Ανασκαφές: Το 1939 ο Κ. Κουρουνιώτης επισήμανε το ανάκτορο του οποίου την έρευνα ολοκλήρωσε ο Carl Blegen από το Πανεπιστήμιο του Cincinnati των ΗΠΑ. Με την κήρυξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου οι ανασκαφές διακόπηκαν. Επαναλήφθηκαν το 1952 και συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Το 2016 εγκαινιάσθηκε ο αναβαθμισμένος αρχαιολογικός χώρος με το νέο σκέπαστρο προστασίας, το οποίο καλύπτει ενιαία το κεντρικό ανακτορικό μνημείο σε έκταση 3185 τ.μ. και παρέχει τη δυνατότητα επίσκεψης του ανακτόρου από αναρτώμενους από το σκέπαστρο διάδρομους.

Διοικητικές Πληροφορίες:

Υπηρεσιακή Μονάδα: Εφορεία Αρχαιοτήτων Μεσσηνίας

Άνω Εγκλιανός, Τ.Κ. 24600, Πελοπόννησος, Χώρα Μεσσηνίας

Τηλέφωνο: +30 27630 31437

Email: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

Εισιτήρια: Ολόκληρο: 6€, Μειωμένο: 3€

Ενιαίο Εισιτήριο: 15€. Διάρκεια 3 ημέρες. Ισχύει για: Ανάκτορο Νέστορα, Αρχαιολογικό Μουσείο Μεσσηνίας, Αρχαιολογικό Μουσείο Χώρας, Κάστρο Καλαμάτας, Κάστρο Μεθώνης, Κάστρο Πύλου (Νιόκαστρο), Πύργος Μούρτζινων.

Ώρες Λειτουργίας:

Χειμερινό (1 Νοεμβρίου – 31 Μαρτίου): 08:30 - 15:30

Θερινό (18 Μαΐου – 31 Οκτωβρίου): 08:00 - 20:00

Άφιξη: Από την Αθήνα ο αρχαιολογικός χώρος του Ανακτόρου του Νέστορα απέχει οδικώς 276 χλμ. μέσω του Α7. Με Ι.Χ. η διαδρομή διαρκεί περίπου 3 ώρες. Υπάρχει σύνδεση με ΚΤΕΛ μέχρι τη Χώρα με αλλαγή στον Ισθμό της Κορίνθου. Η συνολική διαδρομή διαρκεί γύρω στις 7 ώρες και κοστίζει από 27€. Από τη Χώρα το ανάκτορο απέχει 4 χλμ.

Πηγές:

Blegen C.W., 1966, 1969, 1973. The Palace of Nestor at Pylos in Western Messenia, Vols I-II-III, Princeton.

Blegen C.W. και Rawson M.D., 2001. A guide to the Palace of Nestor: Mycenaean sites in its environs and the Chora Museum, ASCSA.

http://odysseus.culture.gr/h/3/gh355.jsp?obj_id=2562