Μνημεία Αρχαιότητας

Κνωσός: Το ανάκτορο του μυθικού Μίνωα

Η Κνωσός υπήρξε το σημαντικότερο κέντρο του μινωικού πολιτισμού, ο οποίος γεννήθηκε στην Κρήτη στα τέλη της 4ης χιλιετίας π.Χ., αναπτύχθηκε στο νησί μέχρι τα τέλη περίπου της 2ης χιλιετίας και αποτέλεσε πηγή έμπνευσης μύθων του μεταγενέστερου ελληνικού πολιτισμού.

Ο όρος «μινωικός», παρμένος από τον μυθικό βασιλιά της Κνωσού, Μίνωα, της μεταγενέστερης ελληνικής παράδοσης, είναι μάλλον στενός και χρονικά και τοπικά, αφού ούτε ανακτορικά κέντρα υπήρχαν στην αρχική και τελική περίοδο της ζωής του συγκεκριμένου πολιτισμού - έτσι ώστε να δικαιολογείται ένας όρος παρμένος από το όνομα ή τον τίτλο κάποιου βασιλέα - ούτε είναι σίγουρο ότι η Κνωσός κυριάρχησε για όλο το διάστημα αυτό στην Κρήτη. Έτσι, ο όρος χρησιμοποιείται σήμερα μάλλον συμβατικά, για να ορίσει τον πολιτισμό της Κρήτης κατά την Εποχή του Χαλκού (4η ως 2η  χιλιετία π.Χ. για το Αιγαίο). Βασικό στοιχείο για τη μελέτη και τη κατανόηση του πολιτισμού αυτού είναι τα υλικά κατάλοιπα, καθώς η ουσιαστική απουσία φιλολογικών πηγών και η μη αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Α δυσκολεύουν την έρευνα. Η Γραμμική Α, παρόλο που μοιάζει μορφολογικά με τη μεταγενέστερη μυκηναϊκή Γραμμική Β, αντιπροσωπεύει μια διαφορετική γλώσσα, η οποία δεν σχετίζεται άμεσα με κάποια από τις γνωστές μεσογειακές. Στοιχεία πάντως που βοηθούν στην χρονολόγηση είναι και τα κείμενα από την Ανατολή (π.χ. η Κρήτη αναφέρεται στα αιγυπτιακά κείμενα ως Κεφτιού).

Το πρώτο ανάκτορο: Γύρω στο 1900 π.Χ. εμφανίζονται τα πρώτα ανάκτορα στην Κρήτη με ταυτόχρονη εισαγωγή ταχύστροφου κεραμικού τροχού από την Ανατολή. Οι ένοικοί τους πιθανώς ήταν διαχειριστές αγροτικής οικονομίας ευρύτατων περιοχών με ολοένα αυξανόμενη δύναμη και έτσι προέκυψε η ανάγκη διαφοροποίησης από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Αυτά τα ανάκτορα ήταν αδρές απομιμήσεις ανάλογων συγκροτημάτων από την Ανατολή, με μια μεγάλη ορθογώνια αυλή, γύρω της οποίας αναπτύσσονται τέσσερις ανισομεγέθεις οικοδομικές πτέρυγες. Διέφεραν στο γεγονός ότι είχαν ρευστά περιγράμματα και οικοδόμηση από το κέντρο προς την περιφέρεια. Πάνω σε αυτά κτίστηκαν τα επόμενα μεγάλα ανάκτορα.

Στην Κνωσό, ειδικότερα, το πρώτο ανάκτορο κτίστηκε σε λόφο με κατοίκηση από την Νεολιθική εποχή, του οποίου ισοπεδώθηκε η κορυφή και δημιουργήθηκαν κατακόρυφες τομές. Διέθετε γερά θεμέλια και μεγάλους ορθοστάτες στις προσόψεις πάνω σε σταθερές κρηπίδες. Στο εσωτερικό είχε ξυλοδομή, κλιμακοστάσια, στοές με κίονες και πεσσούς, φωταγωγούς, υπόστυλες κρύπτες, επιχρίσματα και απλά θέματα στους τοίχους. Η δυτική αυλή ήταν πλακόστρωτη με υπερυψωμένους διαδρόμους και τρία μεγάλα λιθοπερίβλητα κυλινδρικά ορύγματα ( γνωστά ως «κουλούρες»), μάλλον για αποθήκευση σταριού. Ανατολικά υπήρχαν αποθήκες με παρατοίχια θρανία, και γιγάντια πιθάρια. Έκλεινε στα ανατολικά με περίβολο. Στον σχεδιασμό του αποφεύχθηκαν γενικά οι ευθείς διάδρομοι. Τα στοιχεία αυτά, μαζί με την πολύπλοκη αρχιτεκτονική του δομή, δικαιολογούν τον κρητικό μύθο του Λαβυρίνθου.

Γύρω στο 1700 π.Χ. μία σειρά φυσικών καταστροφών και σεισμών ερειπώνουν τα ανάκτορα και τους οικισμούς. Αμέσως ξεκινάει μια φάση ανοικοδόμησης και μια μεταβατική περίοδος στο νησί. Μετά από αυτήν την περίοδο κτίστηκαν τα νέα ανάκτορα, πάνω στα θεμέλια των παλαιών, με μεγαλύτερα και πιο ασαφή όρια. Χαρακτηριστικό τους ήταν η συχνή παρουσία πολυθύρων (συρόμενων θυρών για απομόνωση ή ενοποίηση των δωματίων), οι λαβυρινθώδεις διατάξεις, οι πολύστροφοι διάδρομοι, τα κλιμακοστάσια, ο φωταγωγοί, οι βεράντες και τα διαμερίσματα. Στα δάπεδα υπήρχαν χρωματιστές πλάκες και τους τοίχους κοσμούσαν τοιχογραφίες.

Νέο ανάκτορο Κνωσού: Κτίστηκε γύρω στο 1650 π.Χ., πάνω στα θεμέλια του παλιού, και υπήρξε το μεγαλύτερο κέντρο της μινωικής εξουσίας, καλύπτοντας έναν χώρο περίπου 22000 τ.μ. Πλέον είχαν αχρηστευτεί οι κουλούρες και καταργήθηκε το νοτιοδυτικό σύστημα πρόσβασης στη δυτική αυλή. Δύο βωμοί κοσμούσαν τη δυτική πρόσοψη, ενώ η δυτική επίσημη πύλη διέθετε ανοικτό πρόπυλο προς την αυλή με κεντρική τεράστια κολώνα. Η κύρια είσοδος οδηγούσε σε μακρύ φαρδύ διάδρομο με πλακόστρωση. Οι τοίχοι ήταν διακοσμημένοι με τεράστια τοιχογραφία (150 μορφές, κινούνται κρατώντας τελετουργικά αγγεία). Στο τελευταίο τμήμα υπήρχε ανάγλυφη τοιχογραφία νέου με στέμμα (ηγεμόνας ή θεότητα). Στη νότια πρόσοψη σε βάθρο βρίσκονται γιγάντια λίθινα κέρατα καθοσίωσης. Βόρεια βρίσκονται τα «προπύλαια», μια μεγαλοπρεπής στεγασμένη είσοδος σε δύο διαδοχικά υπόστυλα δωμάτια και πλατιά σκάλα με πλευρικές κιονωτές στοές. Στον όροφο υπήρχαν μεγάλες αίθουσες υποδοχής.  Στο ισόγειο, στη δυτική πτέρυγα, βρισκόταν μια σειρά 21 μακρόστενων δωματίων, που λειτουργούσαν ως το σύστημα κύριων αποθηκών. Κάθε αποθήκη διαθέτει σειρά από κτιστές υπόγειες θήκες (κασέλες) και μεγάλα πιθάρια στους τοίχους. Ανατολικά των αποθηκών ήταν τα κύρια διαμερίσματα του ιερού. Μπροστά στους πεσσούς των υπόστυλων δωματίων του ιερού υπάρχουν μικρές ορθογώνιες βάσεις για προσφορές ή θυσίες. Το βόρειο τμήμα της δυτικής πτέρυγας έχει αυτόνομα δωμάτια.

Στο θησαυροφυλάκιο του ιερού, σε μεγάλες κτιστές υπόγειες θήκες σκεπασμένες από πλάκες προέρχονταν αντικείμενα τελετουργικού χαρακτήρα, όπως τα τρία γνωστά γυναικεία ειδώλια από φαγεντιανή, που συμβατικά ονομάζονται «Θεές των Όφεων» (αν και, τουλάχιστον τα μικρότερα, ίσως απεικονίζουν ιέρειες, παρά θεές).

Συγκρότημα «αίθουσας θρόνου»: αξονική διάταξη δύο διαδοχικών δωματίων στον πυρήνα, προσιτά από πολύθυρο στη βορειοδυτική αυλή. Το ανατολικό δωμάτιο λειτουργούσε ως προθάλαμος με θρανία κατά μήκος. Στο κέντρο υπάρχει μια μεγάλη τελετουργική λεκάνη. Το δωμάτιο θρόνου, όπου βρίσκεται ο θρόνος του ηγεμόνα φτιαγμένος από γυψόλιθο, κοσμούταν περιμετρικά με λίθινα θρανία και τοιχογραφία στον βόρειο και δυτικό τοίχο (καθισμένοι γρύπες σε τοπίο με καλαμοειδή φυτά). Απέναντι του θρόνου βρισκόταν μια υπόγεια καθαρτήρια δεξαμενή (ίσως ένα είδος θρησκευτικού δικαστηρίου).

Η βόρεια πύλη ήταν η κύρια κοσμική είσοδος. Εμπρός της υπήρχε μια μεγάλη ορθογώνια υπόστυλη αίθουσα (ίσως «τελωνείο»). Η πύλη πλαισιωνόταν από δύο πυργίσκους πάνω στους οποίους στηρίχθηκαν δύο αντικριστές υπόστυλες βεράντες με τοιχογραφία (σύλληψη άγριων ταύρων). Η ανατολική πτέρυγα ήταν διαρρυθμισμένη με διαμερίσματα σε επίπεδα. Στους τοίχους υπόστυλης βεράντας βρέθηκαν υπολείμματα τοιχογραφιών που εικονίζουν οκτώσχημες ασπίδες. Το μεγαλύτερο από τα ισόγεια μέγαρα περιελάμβανε φωταγωγό με κολώνες, πολύθυρα και εξωτερική κιονωτή στοά σχήματος Γ («διαμέρισμα βασιλιά») και διακοσμημένο με τοιχογραφικό διάζωμα με συνδεόμενες σπείρες. Το δεύτερο μέγαρο, πιο μικρό και εκλεπτυσμένο, αποδίδεται στη βασίλισσα. Αντί για πολύθυρα είχε παράθυρα με πολλαπλά ανοίγματα. Διαθέτει λουτρό τύπου καθαρτήριας δεξαμενής και τοιχογραφίες ή τοιχογραφημένα δάπεδα που εικονίζουν χορεύτριες και δελφίνια.

Τοιχογραφίες ανακτόρου: Όπως ήδη αποτυπώθηκε, πρωτοπορία της νεοανακτορικής περιόδου (1600-1450 π.Χ.) αποτελούν οι τοιχογραφίες, μια ως επί το πλείστον ανακτορική τέχνη με κέντρο την Κνωσό. Τοιχογραφίες έχουν βρεθεί και σε άλλα κτίσματα της Κνωσού, αλλά και σε άλλα μινωικά κέντρα της Κρήτης ή σε κέντρα με εμφανή μινωικά στοιχεία (π.χ. Ακρωτήρι Θήρας). Από το ανάκτορο της Κνωσού συγκεκριμένα προέρχονται οι εξής:

  • -Οι «Κυανές Κυρίες», θραύσματα γυναικείων μορφών, σχεδόν φυσικού μεγέθους, που φορούν περιδέραια στον λαιμό.
  • -Η «Τοιχογραφία του Φορείου», τελετουργική σκηνή, ίσως πομπή για θυσία, όπου συμμετέχουν άρματα και ταύρος.
  • -Οι μεγάλοι ορθογώνιοι τοιχογραφικοί πίνακες του «Ταυρομάχου», με θέματα ταυροκαθαψίων. Ως κεντρικό μοτίβο ένας μεγάλος ταύρος σε κίνηση «ιπτάμενου καλπασμού», πάνω στον οποίο πηδούν ή ετοιμάζονται να πηδήξουν ανδρικές και γυναικείες μορφές. Αυτές φορούν μόνο περίζωμα και βραχιόλια.
  • -Η «Τοιχογραφία του Τριμερούς Ιερού»: πλήθος ανθρώπων αναμένουν να παρακολουθήσουν τελετουργία μπροστά στο ιερό. Αποδίδεται με βραχυγραφικό τρόπο και στατική σύνθεση. Έχει εξαιρετική σημασία γιατί μας δίνει πληροφορίες για το πώς έμοιαζε ένα μινωικό ιερό.
  • -Η «Τοιχογραφία του Ιερού Χορού»: τελετουργικός χορός γυναικών σε τοπίο με ελιές. Προέρχεται από το ίδιο σύνολο με την Τοιχογραφία του Τριμερούς Ιερού. Και οι δύο κοσμούσαν τον τοίχο μικρού δωματίου στον άνω όροφο του ανακτόρου στην περιοχή του διαδρόμου της βόρειας εισόδου.

Ειδική κατηγορία ήταν οι ανάγλυφες τοιχογραφίες, σε σχεδόν φυσικό μέγεθος. Τέτοιες είναι:

  • -Οι σκηνές σύλληψης ταύρου με φυσιοκρατική απόδοση από τον διάδρομο της βόρειας εισόδου.
  • -Οι σκηνές ταυροκαθαψίων από τη μεγάλη ανατολική αίθουσα και μια άλλη σύνθεση από το ίδιο σύνολο που εικόνιζε γρύπες σε ζεύγη, σχεδόν ολόγλυφους, συμμετρικά ανάμεσα σε έναν κεντρικό κίονα.
  • -Η παράσταση Βασιλέως-Ιερέως ή «Πρίγκηπα των Κρίνων». Πιθανόν κοσμούσε τον ανατολικό τοίχο της απόληξης του διαδρόμου προς την κεντρική αυλή. Η αποκατάσταση είναι υποθετική, βασισμένη στα σωζόμενα θραύσματα. Φοράει περιδέραιο με κρινόσχημες ψήφους και στέμμα που επιστέφεται από σχηματοποιημένους κρινοπαπύρους. Με σχοινί σέρνει έναν γρύπα.

Το ανάκτορο υπέστη καταστροφές το 1480 π.Χ., αλλά επέζησε μέχρι το 1370 π.Χ., το μοναδικό που είχε απομείνει στην Κρήτη εκείνη την περίοδο. Στην τελευταία φάση είχε στενές επαφές με τον ελλαδικό χώρο, ίσως και να διοικούταν από μια μυκηναϊκή δυναστεία, καθώς οι Μυκηναίοι επικράτησαν γενικά στο νησί. Τα αίτια πάντως της οριστικής του καταστροφής και εγκατάλειψης παραμένουν αδιευκρίνιστα.

Την περίοδο πριν από την τελική καταστροφή της Κνωσού οι επιρροές από την Ηπειρωτική Ελλάδα είναι έντονες (μνημειώδες, αυστηρό, συμμετρικό στυλ). Στο ανάκτορο της Κνωσού οι τοιχογραφίες που σώζονται από την συγκεκριμένη περίοδο είναι οι εξής:

  • -Η «Τοιχογραφία της Πομπής»: κοσμεί τον εισαγωγικό διάδρομο του ανακτόρου που οδηγούσε από την δυτική είσοδο στον χώρο των μεγάλων προπυλαίων. Έχει εκατοντάδες μορφές με καλύτερα σωζόμενα τα πόδια γυναικείας μορφής με μακρύ ένδυμα και άνδρα που κρατά κωνικό ρυτό («ρυτοφόρος»).
  • -Η «Τοιχογραφία του Δίφρου ή της Αγίας Μετάληψης»: πρόκειται για ζωφόρο που κοσμούσε το δωμάτιο πάνω από τις αποθήκες. Η παράσταση είναι διευθετημένη σε ζώνες και εικονίζει αντικριστά ζεύγη μικρών ανδρικών μορφών καθισμένες σε δίφρους (σκαμνιά) να πίνουν από ένα κύπελλο ποτό σερβιρισμένο από πρόχους. Σχετίζονται με δύο μεγαλύτερες γυναικείες μορφές (ιέρειες ή θεές) με πλούσια ενδύματα. Το πρόσωπο της μίας (γνωστή ως «Παριζιάνα») διατηρείται καλά και παρά την κάπως χονδροειδή εκτέλεση των λεπτομερειών (μεγάλη μύτη και μάτι, μελανό περίγραμμα) αποπνέει γοητεία. Μυκηναϊκή επίδραση είναι οι διαφορετικές κλίμακες των μορφών, η κύλικα μικτού τύπου και η διευθέτηση σε επάλληλες σειρές.
  • -Η «Τοιχογραφία της Αίθουσας του Θρόνου»: βασικό θέμα οι γρύπες σε τοπίο με καλαμοειδή ή παπύρους. Πλαισιώνουν εραλδικά (συμμετρικά) τον θρόνο και ακουμπούν σε διακοσμητική ζώνη πάνω σε θέματα που αποδίδουν αμφίκοιλους βωμούς. Προσπάθεια τρισδιάστατης απόδοσης στο κάτω μέρος του ζώου που αποδίδεται άπτερο (συμβολισμός υποταγής στην εξουσία του ηγεμόνα).
  • -Η «Τοιχογραφία των Δελφινιών»: Μάλλον επρόκειτο για τοιχογραφημένο δάπεδο, παρά για τοιχογραφία, το οποίο κοσμούσε το Μέγαρο της Βασίλισσας.

Οι περισσότερες αυθεντικές τοιχογραφίες έχουν μεταφερθεί στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου και το αποκατεστημένο ανάκτορο κοσμούν αντίγραφά τους.

Σημαντικά στοιχεία δίνουν και τα υπόλοιπα κτιριακά συγκροτήματα της εποχής. Το «Μικρό Ανάκτορο» (17ος – 15ος αι. π.X.) βρίσκεται δυτικά του κυρίως ανακτόρου και έχει όλα τα ανακτορικά αρχιτεκτονικά στοιχεία (ξεστή τοιχοδομία, χώρους υποδοχής, περίστυλη αίθουσα, διπλό μέγαρο με πολύθυρα και δεξαμενή καθαρμών-ιερό). Η «Βασιλική Έπαυλη» (14ος αι. π.X.) βρίσκεται βορειοανατολικά του ανακτόρου. Παρουσιάζει έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα και ίσως πρόκειται για κατοικία επιφανούς μέλους της αριστοκρατίας ή του ιεραρχείου. Χαρακτηριστικά στοιχεία της έπαυλης είναι τα πολύθυρα, η υπόστυλη κρύπτη με πεσσό και το διπλό κλιμακοστάσιο. Η «Οικία των Τοιχογραφιών» (15ος/14ος – 12ος αι. π.X.) βρίσκεται βορειοδυτικά του ανακτόρου. Πρόκειται για μικρού μεγέθους οικία αστικού τύπου με πλούσιο εσωτερικό τοιχογραφημένο διάκοσμο. Το «Καραβάν Σεράι» (Ξενώνας) βρίσκεται νότια του ανακτόρου και θεωρήθηκε χώρος υποδοχής και διαμονής επισκεπτών με αίθουσα που περιείχε τοιχογραφίες και λουτρό. Η «Ανεξερεύνητη Οικία» (14ος – 12ος αι. π.X.) βρίσκεται βορειοδυτικά του ανακτόρου και έχει ιδιωτικό-βιοτεχνικό χαρακτήρα. Ο «Βασιλικός Τάφος-Ιερό» βρίσκεται 600 μ. περίπου νότια του ανακτόρου. Φαίνεται ότι εδώ είχε ταφεί κάποιος από τους τελευταίους ηγεμόνες της Κνωσού (14ος αι. π.X.). Χαρακτηριστικά αρχιτεκτονικά στοιχεία είναι η είσοδος με αυλή, στοά και ένα μικρό προθάλαμο και υπόστυλη κρύπτη με δύο πεσσούς. Η «Οικία του Αρχιερέα» βρίσκεται 300 μ. νότια του Καραβάν-Σεράι. Εδώ βρέθηκε πέτρινος βωμός με δύο κίονες, τον οποίο πλαισίωναν βάσεις διπλών πελέκεων. Η «Νότια Οικία» (17ος – 15ος αι. π.X.) βρίσκεται νότια του ανακτόρου και πρόκειται για ιδιωτική αστική οικία, τριώροφη με δεξαμενή καθαρμών και υπόστυλη κρύπτη. Από τις μεταγενέστερες εποχές χαρακτηριστικό δείγμα μνημείου αποτελεί η «Έπαυλη του Διονύσου» (2ος αι. μ.X.), ιδιωτική ρωμαϊκή περίστυλη οικία με θαυμάσια ψηφιδωτά δάπεδα του ψηφοθέτου Aπολλιναρίου, που εικονίζουν το Διόνυσο.

Η πόλη της Κνωσού στο απόγειό της, τον 16ο – 14ο αι. π.Χ., υπολογίζεται να είχε 80000 κατοίκους, ενώ μεγάλη κατοίκηση είχε και μέχρι και τη Ρωμαϊκή εποχή. Στη Βυζαντινή εποχή η Κνωσός αποτέλεσε έδρα επισκόπου, ενώ διατηρούνται ακόμη τα λείψανα βασιλικής του 6ου αι. μ.Χ. Μετά την αραβική κατάκτηση της Κρήτης, το λιμάνι του Ηρακλείου αρχίζει να αποκτά μεγαλύτερη σπουδαιότητα, ενώ η Κνωσός αρχίζει σταδιακά να ξεχνιέται.

Οι πρώτες ανασκαφές στον χώρο της Kνωσού διενεργήθηκαν το 1878 από τον έμπορο Mίνωα Kαλοκαιρινό. Αργότερα ανασκαφές πραγματοποίησαν ο Αμερικανός πρόξενος W.J. Stillman, ο ανασκαφέας των Μυκηνών και της Τροίας, Γερμανός H. Schliemann με τον συνεργάτη του W. Doerpfeld, ο Γάλλος αρχαιολόγος M. Joubin και ο διευθυντής του Ashmolean Museum της Οξφόρδης, Arthur Evans. Όλοι όμως προσέκρουσαν σε αδυναμία αγοράς του χώρου του ανακτόρου. Όταν η Κρήτη ανακηρύχθηκε ανεξάρτητη (Κρητική Πολιτεία) το 1898, θεσπίστηκε νόμος με τον οποίο όλες οι αρχαιότητες κηρύσσονταν κτήμα της Πολιτείας. Έτσι ξεκίνησε η ανασκαφή του ανακτόρου το 1900 υπό τον A. Evans μέχρι και το 1931 με μικρές διακοπές, όταν και αναστυλώθηκε μεγάλο μέρος του, σύμφωνα πάντα με την κρίση του Evans, με μη αναστρέψιμες τεχνικές.

Διοικητικές Πληροφορίες:

Υπηρεσιακή Μονάδα: Εφορεία Αρχαιοτήτων Ηρακλείου

Τ.Κ. 71409, Κνωσός (Νομός Ηρακλείου)

Τηλέφωνο: +30 2810 231940

Email: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

Εισιτήρια: Ολόκληρο: 15€, Μειωμένο: 8€

Ενιαίο Εισιτήριο: 20€. Διαρκεί 3 ημέρες και ισχύει για Αρχαιολογικό χώρο Κνωσού και Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου (Μόνο για το διάστημα από 1η Απριλίου έως 31 Οκτωβρίου)

Ώρες Λειτουργίας: Θερινό: Καθημερινά 08:00 – 20:00 (τελευταία είσοδος 19:45)

Άφιξη στο ανάκτορο: Βρίσκεται σε απόσταση 5 χλμ. νοτιοανατολικά του Ηρακλείου. Σύνδεση με Ηράκλειο με το Λεωφορείο Αρ. 2 «Κνωσός». Με Ι.Χ. η διαδρομή διαρκεί περίπου 15 λεπτά.

Άφιξη στο Ηράκλειο: Υπάρχει σύνδεση με το λιμάνι του Πειραιά με καθημερινά δρομολόγια και εισιτήρια που ξεκινούν από 30€. Η μέση διάρκεια του ταξιδιού είναι 9 ώρες. Επιπλέον, ο αερολιμένας Ηρακλείου συνδέεται με το Ελ. Βενιζέλος της Αθήνας. Η πτήση διαρκεί 45 λεπτά και κοστίζει από 28€ έως 110€ περίπου. Λεωφορειακές γραμμές συνδέουν το αεροδρόμιο με την πόλη του Ηρακλείου.

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου: είναι από τα πιο μεγάλα και αξιόλογα μουσεία στην Ελλάδα και ένα από τα σημαντικότερα στην Ευρώπη. Τα εκθέματά του περιλαμβάνουν αντιπροσωπευτικά δείγματα από όλες τις περιόδους της κρητικής προϊστορίας και ιστορίας, που καλύπτουν περίπου 5.500 χρόνια, από τη νεολιθική εποχή μέχρι τους ρωμαϊκούς χρόνους. Κυρίαρχη θέση, όμως, στις συλλογές του κατέχουν τα μοναδικά αριστουργήματα της μινωικής τέχνης, την οποία μπορεί κανείς να θαυμάσει σε όλη της την εξέλιξη. Η συλλογή με τις μινωικές αρχαιότητες είναι η σημαντικότερη στον κόσμο και το μουσείο δίκαια θεωρείται το κατ' εξοχήν μουσείο του μινωικού πολιτισμού. Ολόκληρο εισιτήριο 15€ και μειωμένο 8€.

Για τον επίσης εξαιρετικά σημαντικό οικισμό του Ακρωτηρίου Θήρας, με πολλές μινωικές επιρροές και εξαιρετικές τοιχογραφίες και τέχνεργα διαβάστε εδώ.

Πηγές:

Ανδρεαδάκη-Βλαζάκη Μ. & Λ. Πλάτων. «Κρήτη. Προϊστορικοί χρόνοι», στο Α. Βλαχόπουλος (επιμ.), Αρχαιολογία. Νησιά του Αιγαίου (2005),  Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, σελ. 384-409.

Evans A. The Palace of Minos at Knossos, I - IV (1921 - 36), London.

Hood S. The Arts in Prehistoric Greece (1978), Norwich.

Marinatos S. - Hirmer M. Kreta, Thera und das mykenische Hellas (1973), München.

Πλάτων Λ.  «Τα Μινωικά Ανάκτορα», στο  Ιστορία των Ελλήνων (2006, συλλογικό έργο), τ. 1 (Προϊστορικοί Χρόνοι), κεφ. 5, Αθήνα, εκδ. Δομή, σελ. 266-307.

Πλάτων Λ.  «Η Μινωική Τέχνη», στο  Ιστορία των Ελλήνων (2006, συλλογικό έργο), τ. 1 (Προϊστορικοί Χρόνοι), κεφ. 5, Αθήνα, εκδ. Δομή, σελ. 308-343. 

http://odysseus.culture.gr/h/2/gh255.jsp?obj_id=716

http://odysseus.culture.gr/h/3/gh355.jsp?obj_id=2369

http://odysseus.culture.gr/h/1/gh155.jsp?obj_id=3327